Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Σβήστρα.

Χθες πήγα σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο που ανακάλυψα πρόσφατα. Ήταν κρυμμένο σε κάποιο στενό σοκάκι της παλιάς πόλης -αόρατο για τους πολλούς. Έμοιαζε μικροσκοπικό, ίσαμε πέντε βήματα ήθελε για να το γυρίσεις όλο. Τα βιβλία του ήταν κιτρινισμένα και είχαν ένα παχύ στρώμα σκόνης. Έγραψα τ' όνομά σου με τ' ακροδάχτυλά μου σε κάποιο απ' αυτά, θαρρώ ήταν μια συλλογή ποιημάτων. Τα ράφια απ' το βάρος είχαν λυγίσει στην μέση, ήταν λες κι θα πέφταν ανά στιγμή. 
- Μπορώ να βοηθήσω; 
Είχε μπάσα φωνή, με μια βραχνάδα γνώριμη. Τον κοιτούσα ενώ έσβηνε το τσιγάρο του σε ένα σκουριασμένο τσίγκινο τασάκι. Το πρόσωπό του ήταν σκληρό, τραχύ, μα τα μάτια του είχαν μια λάμψη, μια σπίθα. Φορούσε ένα μαύρο κοτλέ σακάκι με ξεφτισμένους ώμους. Είχε μπαλώματα στους αγκώνες και τρία χρυσά κουμπιά. Το παντελόνι του ήταν σκούρο κι αυτό, και στο τελείωμά του ξεπρόβαλαν κόκκινα σταράκια, με λυτά κορδόνια.
- Θα ήθελα κάτι διαφορετικό. Κάτι λίγο πιο ιδιαίτερο από τα ευπώλητα και τις τετριμμένες επιλογές. 
Στην αρχή δεν μίλησε. Σκέφτηκα μήπως είχα εκφραστεί λάθος, μήπως έπρεπε να δώσω παραπάνω εξηγήσεις, αλλά πώς μπορούσα να τον κατατοπίσω περαιτέρω όταν ούτε κι εγώ δεν ήξερα τι είναι κείνο που ήθελα να βρω; Πήρα ανάσα να μιλήσω, να του πω ίσως κάποιον συγγραφέα, κάποιο είδος βιβλίου, μα μου απάντησε πριν προλάβω ν' αποκριθώ.
- Νομίζω έχω κάτι. 
Μου γύρισε την πλάτη κι έφερε κοντά του το μικρό σκαμπώ στο οποίο καθόταν προηγουμένως. Ανέβηκε πάνω του κι άρχισε να ψιλαφίζει ένα ράφι στ' αριστερά του. Ακούστηκε ένας ήχος κούφιου ξύλου. Έβγαλε έναν επιδοκιμαστικό ήχο τότε κι κατέβηκε κρατώντας ένα καφέ τετράδιο κι ένα μικρό μολύβι. 
Έπιασα το τετράδιο στα χέρια μου και το ξεφύλλισα. Τίποτε -μόνο καμια ντουζίνα φθαρμένες σελίδες υπήρχαν, κενές όλες, χωρίς καν τις οριζόντιες γραμμές που συνηθίζονται στα τετράδια. Πρέπει να διάβασε την απορία στο πρόσωπό μου, οπότε συνέχισε :
- Δεν είναι το βιβλίο που θα περίμενες, δεν έχει κάποια ξεχωριστή πλοκή ή κάποιο παράξενο μοτίβο. Μα είναι ένα τετράδιο πιο ιδιαίτερο από τ' άλλα. Πιάσε το μολύβι και γράψε κάτι, ονόμασε ένα αντικείμενο που βλέπεις γύρω σου, οποιοδήποτε θες.
Στερέωσα το τετράδιο στο γόνατό μου κι έγραψα με μεγάλα γράμματα "τασάκι".
-Ωραία, τώρα θέλω να πάρεις αυτή την σβήστρα και να σβήσεις την λέξη που έγραψες. 
Μου έδωσε μια χρησιμοποιημένη γόμα, μισή καφέ μισή μπλε ήταν, την οποία έβγαλε απ' το συρτάρι δίπλα στην ταμειακή του μηχανή. 
Την πέρασα πάνω απ' τα γράμματα που είχα μόλις γράψει έως ότου να σβήσουν εντελώς, να φαίνεται μόνο λίγο το βαθούλωμα της σελίδας εκεί όπου προηγουμένως ήταν η λέξη. 
Σήκωσα το κεφάλι μου τότε, και έλειπε.
Το τασάκι έλειπε. 

- Και τώρα που είδες, πάρε το. Σου το χαρίζω. Μπορείς να σβήσεις οτιδήποτε επιθυμείς : ένα αντικείμενο, ένα δρόμο. Ακόμη και μια ανάμνηση ή ένα άτομο. Θα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μπορείς επίσης να τα αφήσεις όλα ως έχουν, να μην αλλάξεις το παραμικρό. Διαφορετικά, γράψε εκείνο που θέλεις να ξεχάσεις, που θες να διαγράψεις, κι έπειτα πέρασε από πάνω του αυτήν εδώ τη σβήστρα. 
Με κοίταξε σιωπηλός για λίγο, κι έπειτα ψιθύρισε :

Αλήθεια, θα ήθελα, αν μπορούσες, να μου πεις
τι 'ναι κείνο που θα άντεχες να σβήσεις; 














Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου