Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Μεταίχμιο

Μεταίχμιο. 
Ούτε καλοκαίρι·
θάλασσα, ήλιος και ιώδιο
ανάκατα με την άμμο που 'χει κολλήσει στον δεξί ώμο.

Μεταίχμιο.
Ούτε χειμώνας·
βροχή, κρύο και ζεστή σοκολάτα
ανάκατα με μυρωδιά κανέλας και καμένου ξύλου.

Μια γέφυρα π' αιωρείται τόσο μα τόσο ψηλά,
που σαν κάνεις να, έτσι, και κοιτάς προς τα κάτω
σε κυριεύει ίλιγγος·
και φοβάσαι
και τρομοκρατείσαι
και παγώνεις.

Κι έτσι αιφνιδιασμένος 
απ' τις ίδιες σου τις αντιδράσεις 
μένεις μετέωρος,
αναποφάσιστος,
αβέβαιος.

Κι όσο οι σκέψεις διαδέχονται η μιά την άλλη
τόσο πιο λυσσασμένα ο άνεμος βρυχάται·
κι η γέφυρα γέρνει, 
γέρνει.
γέρνει.
Μια προς τα δεξιά
και μια προς τ' αριστερά.
Κι εσύ κρατιέσαι απ' τις δυο τις άκριες
με κάτι φθαρμένα χοντρά σχοινιά,
κι λες πως θα σωθείς·
και λες πως θα γλυτώσεις. 

Μεταίχμιο
κι ο άνεμος έχει, θαρρείς, κοπάσει

Μεταίχμιο
κι η γέφυρα σαν να 'χει ισορροπήσει.

Μεταίχμιο,
κι εσύ έχεις μαζί αλλάξει.



Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Ιούνιος


Κ’ ανοίγω τις κουρτίνες και κοιτώ τον γνώριμο δρόμο
με τους ίδιους ανθρώπους να τρέχουν πάνω κάτω
-αέναα ψάχνοντας αυτό το κάτι, ανελλιπώς-
με τις ίδιες μυρωδιές
-ψωμί και κρουασάν βουτύρου-
και με την ίδια αίσθηση
του προσωρινού, του φευγαλέου.

Και πάλι με πιάνει ο πόνος ‘κείνος
βαθιά στο στέρνο -αριστερά-,
λες και δεν χωρά η καρδιά μου άλλο στο στήθος
λες και δεν χωρώ εγώ σ’ αυτό το δρόμο πια.

Γιατί πάλι νιώθω το τράβηγμα εκείνου
τ’ αλλιώτικου και διαφορετικού,
του νέου,
του ανεξερεύνητου,
τ’ αμόλυντου και αμαγάριστου.
Της πάλλευκης αυτής σελίδας
που θα γιομίσω απ’ άκρη σ’ άκρη.

Γιατί με τραβά πιο πολύ
το βιβλίο που ‘ναι χιλιοτσακισμένο
απ’ τις φορές που του γυρίσαν τις σελίδες.
Που ‘χε ο συγγραφέας τόσα να πει,
που ‘χε τόσα να περιγράψει,
ώστε η μια ανάγνωση να μην δύναται να τέρψει,
να μην δύναται να χορτάσει την δίψα σου.

Γιατί νιώθω πως κάτι, κάτι εκεί έξω με περιμένει.
Μια φθαρμένη θέση στο τρίτο βαγόνι ενός μεγάλου τρένου
-ίσως και στο τέταρτο, ή στο πέμπτο-
και ένα παγκάκι με θέα τ’ άπειρο μιας πράσινης θάλασσας
ή και ενός περιορισμένου ποταμού.

Γιατί πάλι ονειρεύτηκα ‘κείνο το δάσος
και ΄κείνο το δέντρο που θα χαράξω μια-δυο λέξεις.

Κείνη την πλατεία με τα επιβλητικά πατώματα
που σαν δεν κοιτά κανείς
θα αρχίσω να χορεύω πάνω τους.

Κείνη τη γέφυρα που θα διασχίσω
αγγίζοντας την ξύλινη κουπαστή απαλά,
απομνημονεύοντας την υφή της.

Και κλείνω τις κουρτίνες
και τα παντζούρια
και τα τζάμια
-κι όλα τ’ ασφαλίζω καλά – καλά, να μην μπαίνουν τα «θέλω» μέσα-.

Και κατεβαίνω τα σκαλοπάτια δυο-δυο
και τα πέντε τελευταία όλα με την μια,
όπως έκανα μικρή
και βγαίνω στο δρόμο και κοιτώ
τον φούρνο π’ άνοιξε μόλις.

Λέω να πάρω ψωμί σήμερα,
μαζί με πεντ’ – έξι κρουασάν βουτύρου.









Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Το όνειρο.

Στον ύπνο του την είδε εχθές κι έκαμε να μιλήσει :
το τι του τρώει την ψυχή να της αποκαλύψει.
Να πει για την αγάπη του, το κρίμα και σεβντά του, 
μα όλο του σβήνει η φωνή και κόβεται η μιλιά του.

Την βλέπει ξάφνου να γελά, να σκύβει την ματιά της
κι αέρας πιάνει μονομιάς που μπλέκει τα μαλλιά της,
τα χείλη ανοίγει μια ολιά και λέξεις σχηματίζει,
μα ο άνεμος όλο βοή τα λόγια της γυρίζει.

Και μένει αυτός να της ζητά εκεί λίγο να μείνει,
κι ας κάθε βράδυ τον κρατά και μέρα τον αφήνει.
Του φτάνει να 'ναι δίπλα του έστω και στ' όνειρό του,
να ανασάνει μοναχά σαν γέρνει στο πλευρό του.

Κι ας μην μιλούν, κι ας μην ζητούν αιτίες κι εξηγήσεις
ούτε στα "πώς" και στα "γιατί" να ψάχνουνε τις λύσεις.
Να είναι τη μια στην θάλασσα, στο γνώριμο ακρογιάλι,
την άλλη να ΄ναι σε βουνό, σε ό, τι ο νους εβάλη.

Να πάνε όπου δεν πήγανε, να πουν ότι δεν λέγαν,
τ' ανείπωτα και τα κρυφά που τις καρδιές εκαίγαν.
Να 'ναι ξανά απ' την αρχή όλα λευκή σελίδα
να τα μοιράσουν τα χαρτιά σε νέα θε παρτίδα.

Μα εκείνη άλλο δεν γελά, το βλέμμα της σηκώνει
και σαν ευθεία τον κοιτά, το όνειρο τελειώνει.
Δίχως μια λέξη να του πει,  δίχως να τ΄απαντήσει
ούτε σιμά του να βρεθεί μήπως και τηνε πείσει.

Σαν ξύπνησε ξεκίνησε παντού να τη γυρεύει,
όλους και όλα γύρω του για χάρη της παλεύει.
Μα κείνη πια δεν ήτανε παρά μες στο μυαλό του,
μια ύπαρξη ανυπόστατη που΄δε στο όνειρό του.

Και δεν την είχε τελικά ποτέ σφιχτά κρατήσει,
μήτε τα χέρια τους ποτέ τα είχανε αγγίξει.
Μόνο μια ιδέα ήτανε, σαν "θέλω" ξεχασμένο,
που μες στη μια την βραδιά τον είχε στοιχειωμένο. 

" Εκείνο 'κει το άπιαστο, το μακρινό κι ξένο
τ' αλλιώτικο, το μυστικό και απ' αλλού φερμένο.
Το ποθητό, το θελκτικό, τ' όνειρο των ονείρω
που ανελλιπώς λογίζομαι και σκιάζομαι μη φθείρω. "








Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Σβήστρα.

Χθες πήγα σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο που ανακάλυψα πρόσφατα. Ήταν κρυμμένο σε κάποιο στενό σοκάκι της παλιάς πόλης -αόρατο για τους πολλούς. Έμοιαζε μικροσκοπικό, ίσαμε πέντε βήματα ήθελε για να το γυρίσεις όλο. Τα βιβλία του ήταν κιτρινισμένα και είχαν ένα παχύ στρώμα σκόνης. Έγραψα τ' όνομά σου με τ' ακροδάχτυλά μου σε κάποιο απ' αυτά, θαρρώ ήταν μια συλλογή ποιημάτων. Τα ράφια απ' το βάρος είχαν λυγίσει στην μέση, ήταν λες κι θα πέφταν ανά στιγμή. 
- Μπορώ να βοηθήσω; 
Είχε μπάσα φωνή, με μια βραχνάδα γνώριμη. Τον κοιτούσα ενώ έσβηνε το τσιγάρο του σε ένα σκουριασμένο τσίγκινο τασάκι. Το πρόσωπό του ήταν σκληρό, τραχύ, μα τα μάτια του είχαν μια λάμψη, μια σπίθα. Φορούσε ένα μαύρο κοτλέ σακάκι με ξεφτισμένους ώμους. Είχε μπαλώματα στους αγκώνες και τρία χρυσά κουμπιά. Το παντελόνι του ήταν σκούρο κι αυτό, και στο τελείωμά του ξεπρόβαλαν κόκκινα σταράκια, με λυτά κορδόνια.
- Θα ήθελα κάτι διαφορετικό. Κάτι λίγο πιο ιδιαίτερο από τα ευπώλητα και τις τετριμμένες επιλογές. 
Στην αρχή δεν μίλησε. Σκέφτηκα μήπως είχα εκφραστεί λάθος, μήπως έπρεπε να δώσω παραπάνω εξηγήσεις, αλλά πώς μπορούσα να τον κατατοπίσω περαιτέρω όταν ούτε κι εγώ δεν ήξερα τι είναι κείνο που ήθελα να βρω; Πήρα ανάσα να μιλήσω, να του πω ίσως κάποιον συγγραφέα, κάποιο είδος βιβλίου, μα μου απάντησε πριν προλάβω ν' αποκριθώ.
- Νομίζω έχω κάτι. 
Μου γύρισε την πλάτη κι έφερε κοντά του το μικρό σκαμπώ στο οποίο καθόταν προηγουμένως. Ανέβηκε πάνω του κι άρχισε να ψιλαφίζει ένα ράφι στ' αριστερά του. Ακούστηκε ένας ήχος κούφιου ξύλου. Έβγαλε έναν επιδοκιμαστικό ήχο τότε κι κατέβηκε κρατώντας ένα καφέ τετράδιο κι ένα μικρό μολύβι. 
Έπιασα το τετράδιο στα χέρια μου και το ξεφύλλισα. Τίποτε -μόνο καμια ντουζίνα φθαρμένες σελίδες υπήρχαν, κενές όλες, χωρίς καν τις οριζόντιες γραμμές που συνηθίζονται στα τετράδια. Πρέπει να διάβασε την απορία στο πρόσωπό μου, οπότε συνέχισε :
- Δεν είναι το βιβλίο που θα περίμενες, δεν έχει κάποια ξεχωριστή πλοκή ή κάποιο παράξενο μοτίβο. Μα είναι ένα τετράδιο πιο ιδιαίτερο από τ' άλλα. Πιάσε το μολύβι και γράψε κάτι, ονόμασε ένα αντικείμενο που βλέπεις γύρω σου, οποιοδήποτε θες.
Στερέωσα το τετράδιο στο γόνατό μου κι έγραψα με μεγάλα γράμματα "τασάκι".
-Ωραία, τώρα θέλω να πάρεις αυτή την σβήστρα και να σβήσεις την λέξη που έγραψες. 
Μου έδωσε μια χρησιμοποιημένη γόμα, μισή καφέ μισή μπλε ήταν, την οποία έβγαλε απ' το συρτάρι δίπλα στην ταμειακή του μηχανή. 
Την πέρασα πάνω απ' τα γράμματα που είχα μόλις γράψει έως ότου να σβήσουν εντελώς, να φαίνεται μόνο λίγο το βαθούλωμα της σελίδας εκεί όπου προηγουμένως ήταν η λέξη. 
Σήκωσα το κεφάλι μου τότε, και έλειπε.
Το τασάκι έλειπε. 

- Και τώρα που είδες, πάρε το. Σου το χαρίζω. Μπορείς να σβήσεις οτιδήποτε επιθυμείς : ένα αντικείμενο, ένα δρόμο. Ακόμη και μια ανάμνηση ή ένα άτομο. Θα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μπορείς επίσης να τα αφήσεις όλα ως έχουν, να μην αλλάξεις το παραμικρό. Διαφορετικά, γράψε εκείνο που θέλεις να ξεχάσεις, που θες να διαγράψεις, κι έπειτα πέρασε από πάνω του αυτήν εδώ τη σβήστρα. 
Με κοίταξε σιωπηλός για λίγο, κι έπειτα ψιθύρισε :

Αλήθεια, θα ήθελα, αν μπορούσες, να μου πεις
τι 'ναι κείνο που θα άντεχες να σβήσεις; 














Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Παραίσθηση.

Με ρώτησε για τις μικρές συνήθειες
και του πα πως έχω τον καφέ.
Στην μεγάλη κούπα
την ανάγλυφη,
με τρεις κουταλιές ζάχαρη καστανή
και λίγο παγωμένο γάλα.

Τον ρώτησα για τ' αγαπημένα του
και μου πε πως τίποτε δεν έχει.
Ούτε τραγούδι 
να του θυμίζει εκείνη,
ούτε τσιγάρα κάποιας μάρκας
που δίχως τους δεν κάνει.

" Όταν πάει να μου γίνει κάτι εξάρτηση, 
το κόβω μαχαίρι. " 
είπε με μιαν ανάσα
και γέλασε σιωπηλά -ένα χαμόγελο κάλπικο, ψευδές.

Και έμεινα ν' ακούω σ' επανάληψη
τούτα τα λόγια του στο νου μου,
ενώ η καφετέρια μούγκριζε
και το τραγούδι έπαιζε για έβδομη φορά.

Ενώ μετρούσα τρεις κουταλιές,
κι πρόσθετα το γάλα.

Ενώ διάβαζα το γράμμα που εκείνος έχει γράψει.







 

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Λέξεις και αρώματα.

Κάποιος πέρασε δίπλα μου εχθές
κι φορούσε τ' άρωμά σου.
Κείνη η γνώριμη μυρωδιά :
σιωπές κι οινόπνευμα.

Ούτε που το κατάλαβα 
πως είχα ξεκινήσει 
να τον ακολουθώ ανά βήμα.

Ούτε που το περίμενα
να σε νιώσω τόσο πολύ,
σαν να 'σαι ολάκερος σιμά μου.

Πάρε τ' άσπρο τώρα
κι έλα να καλύψουμε τα χρώματα 
προτού προλάβουνε να βγουν. 

Πάρε και πέντε-έξι σπίρτα
να μας βάλουμε φωτιά
προτού προφτάσω να μας θυμηθώ.

Εκείνος φταίει για όλα,
εκείνος και το άρωμα που έβαλε εχθές.

Ήξερε, 
το ξέρω πως ήξερε.
Δεν μπορεί να μην ήξερε.
Απαγορεύεται να μην ήξερε.

Φταίει.
Φταίει γιατί είχατε το ίδιο βήμα,
γιατί φορούσατε το ίδιο χρώμα,
γιατί η φωνή του ομοίαζε την δικιά σου εκπληκτικά.

Φταίει, 
άκου με που σου λέω.

Φταίει,
νομίζω το βλέπεις άλλωστε κι εσύ.

Φταίει,
σε παρακαλώ άσε με να ρίχνω κάπου τις ευθύνες.


Επίτρεψέ μου να μου κατηγορώ εκείνον,
τις μέρες που μου υπερασπίζομαι εσένα.