Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Sur les pensées.

Και τους κοιτάς γελαστός,
με ρυτίδες στο πλάι των βλεφάρων σου.
Και σε κοιτάνε και κείνοι- 
μα δεν σε είδανε, θαρρώ, ποτέ.
Δεν είσαι εσύ.
Δεν είσαι καν κοντά στο εσύ.
Έχεις απομακρυνθεί τόσο
που και ο ίδιος απορείς.
Ξέχασες. 
Τώρα ποιος να σου θυμίσει;

Και τους μιλάς γιομάτος θέρμη,
με φωνή σταθερή, με νέα βραχνάδα.
Και σου απαντούν και κείνοι- 
μ' αληθινά δεν σ' ακούσανε, θαρρώ, ποτέ.
Δεν είναι δική σου τούτη η λαλιά.
Ηχεί αλλιώτικη. 
Η προφορά σου ομοιάζει ξένη.
Απορώ, πιστεύεις αλήθεια
όλα τούτα που τους λες;
Άλλαξες.
Και τώρα ποιος να σε θυμίσει;

Τώρα ποιος να είναι εσύ;





Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

4:45 a.m.

Κι εγώ είμαι εδώ, στο μπαλκόνι. Κάνει κρύο κι έχω ανατριχιάσει αλλά δεν θέλω να μπω ακόμη μέσα. Χώνομαι λίγο πιο βαθιά στο φούτερ μου και αρχίζω να δαγκώνω το κορδονάκι που κρέμεται απ' τα δεξιά. Παλεύω να πιω λίγο παραπάνω απ' την μπύρα που 'χω στα χέρια μου, αν και δεν τα θέλω τα κουτάκια. Δεν ξέρω γιατί. Κάποτε μου άρεσαν, θυμάμαι.
Τι να σκέφτεσαι, άραγε, τώρα.
Ησυχία. Εδώ ηχούνε κάθε βράδυ τα κύμματα που σκάνε, κι όσο χειμωνιάζει, τόσο αγριεύουν. Όλο μουγκρίζουν λες κι πονούνε. Όλο κάθομαι εδώ έξω, σιμά τους, να σιγομουγκρίζω κι εγώ. 

Πέρασε πάλι η ώρα.

Ενώνω τα γόνατά μου και τα φέρνω ίσαμε το σαγόνι κρατώντας τα. Γίνομαι μια μπάλα, δεν είμαι άτομο πια, δεν είμαι οντότητα, ούτε ύπαρξη απτή. Ένα κουβάρι μ' αναμνήσεις και ψυχαναγκασμούς είμαι. 
Δεν ήπια ούτε την μισή μπύρα, πάλι. Κάθε φορά νομίζω πως θα μ' αρέσει. Κάθε φορά καταλήγει στην σακούλα με τα σκουπίδια, κάτω απ' τον νεροχύτη.

Πέφτω να κοιμηθώ μα αφήνω ολάνοιχτη την μπαλκονόπορτά μου.
Θέλω ν' ακούω τους παφλασμούς.
Θέλω ν' ακούσω εσένα.
Σκέφτομαι πώς γράφεται το κύμματα,
με ένα ή δύο "μ" ;
Κάπου ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, 
κοιμάμαι.
Κάπου ανάμεσα σε συνειρμικές εικόνες,
χάνομαι.





Αλήθεια, τελικά πώς γράφεται;

Άντε ,τώρα, να ανοίγω αύριο λεξικά
να ψάχνω ορθογραφίες.