Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Ecce homo.

Σπασμένα τζάμια 
και εκκωφαντικός θόρυβος.
Αίμα-
αίμα παντού.
Κολλημένο σε πρόσωπα σβησμένα.
Στην βέρα που φοράει ο μπροστινός σου.
Δεν αναπνέει πια-
μα πού είναι όλοι;
Γιατί δεν βοηθάει κανείς;
Μάσκες.
Φοράνε μάσκες.
Από τι κρύβονται τα τέρατα, 
αναρωτιέσαι.
Κρατάς την ανάσα σου και κοντεύεις να σκάσεις.
Μα πρέπει να αντέξεις λίγο ακόμη.
Σε παρακαλώ,
λιγάκι μονάχα.
Μέχρι να ΄ρθει κάποιος να σε σώσει.
Αν σ' ακούσουν θα σε χάσω,
μην φύγεις,
μην μου φύγεις,
σε εκλιπαρώ.
Την αναπνιά σου δεν πρέπει ούτε να την υποψιαστούν.
Έτσι, σώπασε, 
ηρέμησε.
Εγώ είμαι εδώ.
Δεν είμαι σιμά σου μα σου κρατώ το χέρι.
Σ' αγαπώ.
Δεν σε γνώρισα ποτέ μου,
δεν ξέρω αν είσαι άνδρας ή γυναίκα,
δεν ξέρω τις σκέψεις σου πριν κοιμηθείς,
ούτε τ' όνειρό σου.
Ξέρω μονάχα πως σ' αγαπώ, σε σκέφτομαι και σε πονάω.
Να το θυμάσαι αυτό.
Μονάχος μας δεν είναι κανείς
όσο ζει στην σκέψη κάποιου άλλου.
Κι εσύ ζεις στην δική μου,
κι εσύ, κι ο διπλανός σου, κι ο απέναντι.
Στο λέω κι ας καλύπτει την φωνή μου η εξουσιαστική σιωπή του θανάτου.
Μην φοβηθείς, 
μ' ακούς;
Είμαι εγώ εδώ.
Κι ο διπλανός μου, κι ο απέναντι, και όλοι τους.
Είναι εδώ μαζί σου.
Πες το και στους άλλους.
Είμαστε εδώ,
μαζί σας.
Ησύχασε,
ηρέμησε,
μην κλαις.
Είμαστε εδώ.




( Ecce homo : Ιδέ ο άνθρωπος. - Πόντιος Πιλάτος. )













Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Thoughtsaholic.

Ξυπνάει κάθε πρωί 10 λεπτά πριν να χτυπήσει το ξυπνητήρι του. 10 λεπτά ακριβώς. Βάζει την καφετιέρα να δουλέψει, όμως δεν ανοίγει τα παντζούρια αν δεν ακούσει πρώτα τον ήχο του νερού που βράζει. Σκατά, πάλι ξέχασε να πάρει γάλα. Δεν πάνε κάτω τα δημητριακά ξερά. Προτιμάει να μην φάει τίποτε, να πιεί τον καφέ του μόνο. Βαριέται να ανοίξει το ντουλάπι κι ας απέχει μονάχα δυο δρασκελιές. Παίρνει μια κούπα απ' την στοίβα με τα πλυμένα. Βγαίνει στο μπαλκόνι και βάζει τα πόδια του στα κάγκελα. Οι άλλοι λένε πως το πρωινό ξύπνημα δεν πάλευεται με τίποτα, πως είναι σκέτη φρίκη. Σαχλαμάρες. Ο,τι καλύτερο είναι. Ακόμα και απ´το ξενύχτι το προτιμά- είναι πιο ιδιαίτερο. Ας πούμε, τώρα είναι 6 το πρωί κι ο ουρανός έχει ένα απίστευτο χρώμα ανακατεμένου γαλαζοπράσινου. Όλοι γύρω κοιμούνται, μια παρέα γυρνάει από κάποιο μπαράκι. Επικρατεί απόλυτη ησυχία. Ακούει την κοπέλια απο δίπλα να κλειδώνει την πόρτα της- μάλλον κι αυτή τώρα γύρισε. Το τακ τακ που κάνουν τα τακούνια της σταματά απότομα. Το κρεβάτι της τρίζει λίγο, μετά ο ήχος παύει, μετά αρχίζει πάλι, δεν θα βολεύεται να δεις. Κενό. Κοιμήθηκε. Ησυχία πάλι. Αταραξία πάλι. 
Βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα απο την τσέπη της ζακέτας του. Ψάχνει και τον αναπτήρα -μα που στον λύκο τον άφησε πάλι. Τι κακό κι αυτό με τους αναπτήρες, όλο να χάνονται. Τον βρήκε. Πάλι καλά γιατί είναι απ´τους αγαπημένους του. Θυμίζει Ζίπο, δεν είναι όμως. Προτιμάει να στρίβει τσιγάρο αυτές τις ώρες. Νιώθει πως επιβάλλεται να ακολουθήσει την νωχελικότητα του γύρω του περιβάλλοντος. Δεν τον βιάζει τίποτα. Δεν τον αγχώνει τίποτα. Πρώτη τζούρα. Ακούς εκεί είναι κακός συνδιασμός ο καφές με τα τσιγάρα, πάνε καθόλου καλά οι ανίδεοι; Δεύτερη τζούρα. Έχει λίγο ψύχρα, αλλά για νοτιάς μοιάζει ο αέρας. Γουλιά απ´τον καφέ. Σκέτος είναι πίκρα, απορώ πως μπορούσε και τον έπινε κάθε φορά έτσι. Κι άλλη γουλιά. Απορώ πως γίνεται να γούσταρε τόσο πολύ τα πρωινά, αφού της στερούσανε τον ύπνο. Τρίτη τζούρα. Πού να ´ναι αυτή ακριβώς την στιγμή. 
Του περνούσαν συχνά τέτοιες σκέψεις απ´το νου. Ας πούμε θα έβλεπε μια ταινία ή θα διάβαζε ένα βιβλίο και θα αναρωτιόταν πώς θα φαινόταν σε εκείνη. Άκουγε ένα τραγούδι έξω κι έλεγε ναι, αυτό μας περιγράφει πλήρως. Έπαιρνε το κινητό του κι άρχιζε να γράφει τότε τους στίχους, έβαζε και τελείες στο τέλος κάθε στροφής. 4-5 έβαζε συνήθως. Του χαν πει κάποτε πως με τις τελείες μπορείς να δείξεις πως πονάς, μα εκείνος δεν το κατάλαβε ποτέ ακριβώς. Εκείνον τον πονούσαν τα κόμματα, εκείνες οι ρήμαδες οι μικρές γραμμούλες. Του φαινόταν μετέωρα, καταδικασμένα σε μια ατέρμονη αναμονή, σ´ένα φαύλο κύκλο, αναπάντητα. Τα μηνύματα τα έσβηνε αφού πρώτα έγραφε τον αριθμό της στον παραλήπτη- τα ακύρωνε πάντα ένα βήμα πριν το τέλος. Δεν βαριέσαι όμως. Ανάβει κι άλλο τσιγάρο. Ο καιρός δεν θα το πάει για βροχή. Το μπαλκόνι σαν να μίκρυνε απότομα. Ο καφές είναι άνοστος και πικρός- αλήθεια δεν θα καταλάβει ποτέ πως τον έπινε μονάχα έτσι. Θα πάει για βόλτα λίγο. Να ξεχαστεί, να αναπνεύσει φρέσκο αέρα. Το τσιγάρο τ´ αφήνει στο τασάκι με την κάφτρα κατακόκκινη. Παίρνει τα κλειδιά κι κλείνει την πόρτα πίσω του. Του αρέσουν τα πρωινά, είναι δροσερά, έχουν μια φρεσκάδα. Θα περπατήσει παραλιακά, να χει και θέα. 
Κατηφορίζει τον δρόμο κι παίρνει το πρώτο στενό στα δεξιά, όπως το επέλεγε και κείνη. Σταματάει. Πάλι την θυμάται.
Δεν γάμιεται, όμως. 
Τώρα την σκέφτηκε ήδη μια φορά, τι διαφορά έχει να την σκεφτεί άλλες δέκα;
Στρίβει αριστερά στο επόμενο στενό κι βγαίνει στον κεντρικό.
Περπατάει και σταματάει στο πρώτο παγκάκι, στην άκρη του.
Η δική του άκρη είναι αυτή.
Αφήνει την άλλη τελείως κενή.
Έτσι, χωρίς κάποιο σπουδαίο λόγο.
Μονάχα μήπως κι αποφασίσει να έρθει εκείνη.




Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Μου αρέσει το μπλε. Το ανοιχτό της θάλασσας στα ρηχά και το σκοτεινό τ' ουρανού σαν νυχτώνει. Και οι ενδιάμεσες αποχρώσεις του καλές είναι. Και το καφέ είναι ωραίο χρώμα - αυτό μου θυμίζει σελίδες βιβλίου, σοκολάτα και ξερά φύλλα, ανάλογα με την απόχρωσή του. Μου αρέσει και η μυρωδιά απ´ τα πρωτοβρόχια κάθε φθινόπωρο. Είναι ανακατωμένος χειμώνας με μια δόση καλοκαίρι. Μεταίχμιο. Περίεργη λέξη, ιδιαίτερη. Απ´ αυτές που ψιθυρίζεις σιγανά σαν τις ακούς μπας και τις καταλάβεις καλύτερα. Και τα ονόματα μερικές φορές μπορούν να φανούν περίεργα. Λες κι ο τάδε ή ο δείνα είναι ο μόνος, ενώ όλοι οι άλλοι είναι συνονόματοί του. Εκείνοι έρχονται μετά από αυτόν. Εκείνος βρίσκεται πάντα πριν απ´ αυτούς. Δεν ξέρω τι άλλη συνειρμική σκέψη να μοιραστώ μαζί σου. Παίρνω το χαρτί και λέω τώρα θα τα γράψω όλα, μα λίγο ο αέρας που λυσσομανά απ´ έξω, λίγο το βουητό του δρόμου, ξεχνιέμαι και γω. Ξεκινάω προτάσεις, παραγράφους, σελίδες και καταλήγω να τις στοιβάζω σ´ ένα ακόμη ράφι της βιβλιοθήκης ή να σκίζω το χαρτί. Κάτι δεν μου κολλάει, κάτι δεν μου αρέσει, κάτι μοιάζει ελλιπές. Ίσως πάλι να βγάζει απλά υπερβολικά εύκολα νόημα, ναι, ίσως κι αυτό. Το θέμα είναι πως ένας σκύλος στη γειτονιά ηχεί όμοια με λύκο κι κάθομαι και τ´ αφουγκράζομαι μερικές φορές. Επίσης η ΣΟΛ και η ΛΑ χορδές της κιθάρας μου έχουν σκουριάσει κάπως και λέω να τις αλλάξω. Περιμένω να μεσημεριάσει για να πιω ελληνικό καφέ (γλυκό, με λίγο γάλα). Ακόμα φυσάει πολύ, κάνει και λίγο κρύο. Είμαι εδώ, μα εσύ είσαι εκεί. Είσαι εκεί, μα εγώ είμαι εδώ. Πάω να ακούσω το αγαπημένο σου τραγούδι. 
Καληνύχτα.