Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Παραχάραξη.

Εκείνο το μακρινό και ξένο
που ποθήσαμε ν' αγγίξουμε,
να κρατήσουμε απ' το χέρι.
Το κρυμμένο, τ' αλλιώτικο,
που τρέμαμε μην το μιλήσουμε κι μαγαριστεί.
Άσπιλο το φωνάζαμε.
και ιδανικό.
Θυμάσαι;

Εκείνο το όνειρο το ιδεατό,
του τότε.
Που ξέραμε πως είναι άυλο,
μα το 'χαμε για υπαρκτό.
Που δεν το είδαμε τελικά ποτέ.
Κι όμως, 
μαζί το κρατούσαμε μέσα στα χέρια μας σφιχτά.
Μην φύγει, μη χαθεί.
Τότε, λέγαμε, θα χανόμασταν κι εμείς.

Το υπέροχο, το μοναδικό.
Το αξεπέραστο κι απροσπέλαστο,
τ' αγγίξαμε ,θαρρώ, στο τέλος.
Μα, δεν το πιάσαμε απ' το χέρι.
Μα, δεν του γελάσαμε απαλά.

Κάναμε πως δεν υπήρξε,
πως αληθινό δεν το 'λεγε κανείς.
Το πιάσαμε στα χέρια μας
κι το γεμίσαμε βρωμιά.
Αλλάξαμε το σχήμα του
με τρόπο ανάρμοστο κι ακραίο.
Εσύ κι εγώ.
Εγώ κι εσύ.

Κι αφού τ' αφήσαμε έτσι ώρα πολλή,
φύγαμε μακρυά του.
Θορυβωδώς κι αναίσχυντα.
Σαν ήρωες κι νικητές,
κι όχι σαν τσαρλατάνους,

Δες το τώρα, έτσι που το πατήσαμε χάμω.
Έτσι που τ' ακρωτηριάσαμε,
έτσι που το καταχραστήκαμε.

Δες το
και πες μου.

Αλήθεια, τώρα, δεν σου μοιάζει ευτελές;