Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Περί λέξεων.

Έχω έναν κόμπο στο λαιμό. Με σφίγγει σαν θηλιά, μέρα τη μέρα, κι δεν μ' αφήνει διόλου ν' ανασάνω. Στην αρχή είπα πως δεν είναι τίποτε, κι τ' άφησα. Μα περνούσαν οι μέρες κι κείνο ολοένα κι χειροτέρευε. Τώρα πια δεν βγαίνει η φωνή μου- έκλεισε. Κι πονάει. Με κόβει, μου σκίζει το δέρμα από μέσα. Πόσες φορές δεν πήγα να το δουν, να μου πουν γνώμες, να βρω μια γιατρειά. Μα, όλοι με κοιτούσαν με απορία κι έλεγαν πως όλα είναι καλά. Πως μ' ακούν σαν τους μιλώ, κι πως το πρόβλημα ίσως να συνδέεται με την ακοή μου. Γίνεται ,άραγε, να με ακούν όλοι οι άλλοι, κι εγώ να 'χω την ίδια μου την φωνή ξεχαημένη; Δεν μπορεί, σκεφτόμουν, κάποιο λάθος κάνουν. Εγώ με ξέρω, εγώ γνωρίζω καλύτερα, εγώ. Ώρα με την ώρα πείσμωνα όλο κι πιο πολύ. Τόσο πολύ αρέσκονται τα άτομα να εμπαίζουν τους γύρω τους; Πώς είναι δυνατόν; 
Πήρα δυο τετράδια κι ένα μικρό σάκο κι βρόντηξα πίσω μου την πόρτα. Δεν μπορεί, θα υπάρχει θεραπεία, κι αφού δεν ήταν κανείς διατεθειμένος να με βοηθήσει να την βρω, θα το πάλευα μονάχη. Άλλωστε, δεν είναι όλες οι μάχες οι ίδιες. Μερικές δεν χρειάζονται πάνω από έναν. Έναν στην μια πλευρά, να μάχεται με τον ίδιον έναν στην άλλη. Εγώ με εμένα. Εσύ με εσένα. Οι πιο βαριές μάχες είναι τούτες, μάλιστα. Δεν υπάρχει ευθυνοφοβία εκεί, δεν υπάρχει υπεκφυγή. Όλα ή τίποτε. Την ίδια στιγμή ο νικητής χάνει, κι ο χαμένος πανηγυρίζει την νίκη του. Ένα απ' τα παράδοξα της ζωής είναι κι αυτό, όμοιο με την παραδοξότητα του έρωτα θα 'λέγαν μερικοί. Κι εκεί ο κυριότερος αντίπαλος είναι το ίδιο το εγώ του ατόμου. Μόνο κείνοι που δώσανε τέτοιου είδους μάχες μπορούν για μένα να μιλούν για το τίποτε. Για το δίχως. Για το χωρίς. Μόνο εκείνοι που έφεραν τον ίδιο τους τον εαυτό στην θέση που είναι, για να τον σώσουν, κι ας τον σκότωναν την ίδια ακριβώς στιγμή. Μόνο εκείνοι που δεν τρόμαξαν μπρος στην διάλυση, κι επεδίωξαν την αυτοκαταστροφή τους, όχι σκεπτόμενοι το τι θα χάσουν, μα το τι θα κερδίσουν από τις ίδιες τους τις στάχτες.
Περπατούσα πολλή ώρα, κι δεν κατάφερνα με τίποτε να βάλω τις άτακτες σκέψεις μου σε σειρά. Πόσες κόλλες χαρτί γέμισα, κι έπειτα τις έσκισα, τις έκοψα στα δυο κι τις πέταξα μακρυά, να μην τις ξαναδώ, να προσποιηθώ πως δεν υπήρξαν. Σαν την τρομοκρατία που μας προκαλεί το ίδιο μας το μυαλό, δεν υπάρχει. Το απίθανο, που μέσα απ΄την φαντασία μετατρέπεται σε κάτι τόσο απτό, που λες θα σηκώσω το χέρι μου κι θα τ΄αγγίξω. Θα έχει υπόσταση. Θα είναι εκεί.
Τότε είναι που βρεθήκαμε. Με είδε να πετάω άλλη μια σελίδα με φούρια στο παγωμένο έδαφος, κι με πλησίασε. Δεν τον είχα ξαναδεί, μα ο αέρας που άφηνε πίσω του καθώς ερχόταν προς το μέρος μου τον έκανε να δείχνει γνώριμος. Σαν μια ανάμνηση σκονισμένη, που ανάσαινε μετά από καιρό ξανά. Άνοιξε τα χείλη του μόλις έφτασε δίπλα μου, κι κάτι πάλεψε να πει.
Τίποτε. Δεν άκουσα τίποτε. Τα χείλη του συνέχισαν να κινούνται, να μου λένε ιστορίες, να μου βρίσκουν λύσεις, να μου τραγουδούν, να, να , να. Μπορεί να μου έλεγε όλα κείνα που ήδη γνωρίζω, μπορεί να απίθωνε την ψυχή του μπρος μου, μπορεί να γελούσε με τις εκφράσεις μου, χίλια μπορεί, χίλια ενδέχεται, κι καμία βεβαιότητα, καθώς η σιωπή που τον τύλιγε ήταν τόσο έντονη, που σχεδόν την έβλεπες.
Πέρασε η ώρα, κι πάλεψα κι εγώ να του μιλήσω. Να του δείξω πως άδικα παλεύει γιατί δεν μπορώ να τον καταλάβω. Πήρα ανάσα κι προσπάθησα να φωνάξω με όλη μου την δύναμη, σκέφτηκα πως τότε ίσως να κατάφερνα να ψιθυρίσω τελικά, πως θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Όμως, το μόνο που κατάφερα ήταν να πονέσει λίγο ακόμα ο λαιμός μου. Σήκωσα τον βλέμμα μου και τον κοίταξα παρακλητικά, έπρεπε να με βοηθήσει και να τον βοηθήσω, έπρεπε να βρούμε μια λύση, ένα τρόπο να ακουγόμαστε, ένα τρόπο να επικοινωνούμε.
Τράβηξε απότομα απ' το χέρι μου το τετράδιο κι άρχισε να γράφει. Τον παρακολουθούσα καθώς κινούσε το στυλό πάνω στο χαρτί με σβελτάδα και σιγουριά.
"Συγγνώμη. Σε ευχαριστώ για όλα. Σε αγαπάω. Μου λείπεις. Δεν συμφωνώ μαζί σου. Μακάρι να ήσουν εδώ. Μην με αφήσεις. Στάσου ένα λεπτό. Ναι, έχω κάτι. Γιατί; "
Τον κοιτούσα με απορία, όταν άνοιξε ξανά τα χείλη του. 
- Αυτό παλεύω λοιπόν τόση ώρα να σου πω! 
Μιλούσε. Μπορούσε και μιλούσε κανονικά, δυνατά, με σίγουρη και βαριά χροιά.
- Γράψε όλα κείνα που σε βαραίνουν. Ό,τι δεν είπες γιατί φοβήθηκες, ή γιατί ντράπηκες, ή γιατί θεώρησες καλό να το κρύψεις. Κάθε λέξη που αφήνεις στο χαρτί, φεύγει απ΄τον λαιμό σου, τον βοηθάει να ανοίξει. Κι αν ξανακλείσει, αν πάλι ο πόνος είναι οξύς κι αβάσταχτος, πάρε άλλη μια κόλλα χαρτί κι γράψε. Όσο γράφεις, θα γιατρεύεσαι. 
Μου χαμογέλασε, με ένα από κείνα τα χαμόγελα που μένουν χαραγμένα στο νου, κι έφυγε.
Πήρα το τετράδιο που άφησε κι συνέχισα απ' όπου εκείνος είχε σταματήσει.
" Σε παρακαλώ. Μα, γιατί; Ακόμα, ναι."



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου