Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

παραλογισμοί

 Αλήθεια, μερικά ονόματα τα ξε-συνηθίζεις. Τα χείλη σου ξεχνούν πώς να τα σχηματίσουν, το στόμα σου αρνείται να τα εκφωνήσει. Μα, είναι λες κι μόλις γίνει η αρχή, ο χείμαρρος που έχεις τόσο καλά περιορισμένο μέσα σου, δεν σταματά να βγαίνει. Ένα ποτάμι σκέψεων, μια θύελλα αναμνήσεων, χιλιάδες μικρές μαχαιριές ακολουθούν κάθε φράση σου, κι εσύ αδειάζεις, αδειάζεις συνεχώς, αδειάζεις ασταμάτητα, έως ότου να αισθάνεσαι τελείως κενός, παντελώς άδειος, ένα κουφάρι στιγμών. Κοιτάς μπροστά σου τότε, με βλέμμα ανεξιχνίαστο, γιατί βέβαια ήσουν βολεμένος στην άγνοιά σου σχετικά με την δύναμη που 'χουν τ' ανείπωτα, σε συνέφερε να κρύβεσαι πίσω απ' το δάχτυλό σου, ακόμη κι αν στην τελική κρυβόσουν μονάχα απ' τον ίδιο σου τον εαυτό κι από κανέναν άλλο, κρυβόσουν απ' τις σκέψεις σου, απ' τις επιθυμίες σου, απ'τα λάθη κι τα σωστά σου, από εσένα, εκείνον το παλιό εσένα, που δεν γνώριζε όρια και τρόμο, που δινόταν με όλο του το είναι κι δεν ζητούσε τίποτε πίσω, που εμπιστευόταν βαθιά και στήριζε ακόμη βαθύτερα, που, που, που. Τώρα τι κατάλαβες που άνοιξες το στόμα σου κι τα θυμήθηκες όλα; Αφού σου 'χα πει, κρύψε τα κι ας σε τρώνε, κι ας βλέπεις την σάρκα σου κομματιασμένη από τα κοφτερά ερωτηματικά, κι ας πονάνε οι φωνητικές σου χορδές απ' τις τόσες άηχες κραυγές. Αφού σου είχα πει, πως αν θες να μην πονάς πρέπει να αγνοείς, να μην δίνεις βάση, να ρίχνεις λίγο χώμα πάνω απ'τις στιγμές, ίσα ίσα να τις σκεπάσεις κι να μην χρειάζεται να τις βλέπεις κάθε ώρα και στιγμή. Δεν με άκουσες όμως, κι κοίτα τι έγινε τώρα. Ναι, και γω τον βλέπω. Είναι ακριβώς μπροστά σου, στέκεται με όλη την αλήθεια που έχει κι όλο το ψέμμα που τον έντυσες με τον καιρό, σχεδόν τον μυθοποίησες, άλλωστε το βλέπεις κι εσύ τώρα, αφού σε τίποτε δεν θυμίζει εκείνον τον δικό σου, εκείνον τον ίδιο σου, εκείνον τον. Για να δω τώρα πως θα τον κρύψεις ξανά. Για να δω που θα βρεις την δύναμη και το κουράγιο να κλείσεις μια πόρτα που δεν έχει πόμολο κι κλειδαριά. Που με λίγη προσπάθεια, με λίγο δυνατό αεράκι ανοίγει ορθάνοιχτη κι μπαίνει μέσα όλη η γκρι σκόνη του "κάποτε". Να σε δω, αφού δεν με άκουσες κι τώρα να, οι πληγές σου όλες ξανάνοιξαν και γέμισες αίματα το καινούριο σου ρούχο. Πώς να σε βοηθήσω, πες μου; Τι να κάνω για να γιατρέψω την πληγή σου; Ποιά θεραπεία θα βοηθήσει έστω κι πρόσκαιρα, αφού ξέρουμε κι οι δυο πως είναι θέμα χρόνου να τρέχω πάλι με γάζες να σε δένω; Έλα κλείσε τα μάτια σου, ηρέμησε, μην βλέπεις. Προσπάθησε να κοιτάς, αλλά να μην βλέπεις. Να παρατηρείς, αλλά να μην ξεχωρίζεις. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Ηρέμησε, δεν ήταν τίποτα, όνειρο είναι, μην το σκέφτεσαι, μην θυμάσαι, μην, μην, μην. Μάθε λίγο να σέβεσαι κι να καταλαβαίνεις τις απαγορεύσεις μου, για το δικό σου καλό είναι. 
Άλλωστε, εγώ είμαι μυαλό κι ξέρω. 
Ενώ εσύ; Τι είσαι εσύ; 
Δεν είσαι παρά μια καρδιά που νιώθεις.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου