Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Λέξεις

Έγινα η λέξη που ξέχασαν τα χείλη σου. Οι στιγμές εκείνες που κουράστηκες να κουβαλάς, κι πέταξες μακρυά σου. Ξέρω, φοβάσαι ακόμα μην σε μολύνει η ίδια η γλυκύτητα σου. Πότε θα πάψεις να τρέμεις τον ίδιο σου τον εαυτό; Και η αδυναμία να φανείς σκληρός, είναι κομμάτι σου. Δεν γίνεται να νικήσεις τα "θέλω" μάτια μου, όσες μάχες κι αν δώσεις. Να τα καλύψεις πρόχειρα, επιπόλαια, ναι. Αυτό γίνεται. Μα, δεν έχεις ιδέα πως θεριεύουν μετά. Πίστεψέ με, τα 'χω αντικρίσει κατάματα. 
Έγινα το "ήταν" σου, κι ας έμαθα να ζω μέσα από τα "είναι" σου. Έγινα το παρελθόν εκείνο που καταχωνιασμένο ξεθωριάζει, μέχρις ότου να μείνει μονάχα η στάχτη του στο τασάκι σου. Μην φοβάσαι όμως, με ακούς; Θα σου δανείσω όσες λέξεις θες, όσες προτάσεις χρειάζεσαι. Είναι που ο πόλεμος με τ' ανείπωτα είναι σκληρός κι αέναος. Είναι που η παραδοχή, είναι απ' τους μεγαλύτερους φόβους μας. Άλλαξα, μα αυτό ήδη το ξέρεις. Και τώρα, δεν δύνασαι να βρεις την άκρη τούτου του μίτου. Τώρα δεν έχεις τρόπο να βάλεις τελεία, ή έστω κόμμα. Ερωτηματικά έχεις γιομίσει το χαρτί, κι είναι τόσο έντονα που μπορώ να τα ακούσω. Δεν βαριέσαι, όμως. Σάμπως τα δικά μου απαντήθηκαν ποτέ; 


Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Κλωστές.

Μα το δέλεαρ, μάτια μου, ακόμα να το βρεις; 
Τάχα δεν βλέπεις την κλωστή που μας κρατά ενωμένους;
Μην την κοιτάς έτσι περιφρονητικά,
άσε στην άκρη το εγώ σου.
Δεν την κόβει τούτη την κλωστή το "ποτέ ξανά",
μήτε το "τελευταία φορά".
Τίποτε δεν την κόβει.
Μην παλεύεις άδικα, άκου με που σου λέω.
Να 'ξερες μόνο τις μάχες που 'χω δώσει
να την χαλάσω την ρημάδα.
Πόσα μαχαίρια, πόσες λεπίδες.
Κι εκείνη εκεί, άφθαρτη.
Ανέγγιχτη.
Να με τραβά σιμά σου, 
να σε τραβά εδώ.
Το 'χεις νιώσει, δεν μπορεί.
Δεν δύναμαι να δεκτώ
το "όχι" σου τούτη την φορά.
Βλέπεις, πολλά πράγματα είναι γνωστά
χωρίς καν να βρεθεί λαλιά να τα προφέρει.
Ξέρω πως ξέρεις, 
κι εσύ ξέρεις πως ξέρω.
Μα, είναι στην φύση μας να κρύβουμε
όσα μας τρομάζουν.
Να τους γυρνάμε πλάτη κι να λέμε
πως δεν τα μάθαμε ποτέ.
Τι κι αν τα ξέραμε πιο καλά απ' τον καθένα;
Μόνο μέσω της διαστρεβλωμένης ανάμνησης
ανακουφίζεται πότε- πότε ο πόνος.
Κι το παράπονο ακόμη,
κάποτε κουράζεται κι θέλει να σωπάσει.
Πιάσε την κλωστή μόνο αν μπορείς,
σε παρακαλώ,
γιατί την πατάς καθώς σου μιλαώ.
Όχι πως θέλω να σε ξεβολέψω,
αλλά, να,
είναι που πάλι ξέχασες 
πως η κλωστή υπάρχει.
Είναι που στην άλλη άκρη της
πάλι ξεχνάς πως είμαι εγώ.






https://www.youtube.com/watch?v=bpOSxM0rNPM