Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Πεφταστέρια.

" Θα 'χει πεφταστέρια σήμερα, είπαν. Μα είναι ήδη τέσσερις το ξημέρωμα, κι δεν σαλεύει τίποτε. Ούτε εδώ, δίπλα μου, ούτε εκεί, στην σκοτεινιά της νύχτας. Έχει ψύχρα κι μυρίζει αλμύρα κι αλάτι. Σχεδόν καλοκαίρι, σχεδόν πρωί, σχεδόν Μάης. Σχεδόν, όχι τελείως, όχι ολότελα, όχι παντελώς. Στο μεταίχμιο. Τι εννοείς σου φαίνεται πως κάτι έχω; Μπα, η ιδέα σου θα είναι. Ίσως βέβαια κι να έχω κάτι. Ναι, έχω κάτι, θα είμαι ειλικρινής. Αυτό που έχω, είναι ότι δεν σε έχω. Γιατί με κοιτάς έτσι; Δεν σου αρέσει η ειλικρίνεια; Πόσο κουράστηκα το μυστικό, το ψέμα, την υποκρισία. Δεν έχω λόγο να κρυφτώ πίσω απ' το δάχτυλό μου, δεν φοβάμαι την αντίδρασή σου, δεν σου ζητώ τίποτε. Απαντώ όσο πιο αληθινά μπορώ σ' 'ο, τι με ρωτάς. Αν τόσο σε τρομοκρατεί και σε παγώνει η αλήθεια μου, μπορείς να φύγεις. Πάντως σε σκέφτομαι. Κι αυτό είναι που με τρώει. Μου ξεσκίζει την σάρκα η ανάμνησή σου. Σαν να παλεύει το μικρό 'κείνο κομμάτι του τότε να βγει απ' την καρδιά μου, να ανοίξει το στέρνο μου κι να γυρέψει να σε βρει, να σε αγγίξει. Μην με κοιτάς έτσι. Σου είπα, σιχάθηκα. Σιχάθηκα να περιορίζομαι στα πλαίσια του ευγενικού, στα πλαίσια του πρέπει. Και στην τελική, ποιος ορίζει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να σου πω, τώρα που σε έχω μπροστά μου; Μόνο η καρδιά το ορίζει. Δεν πρόκειται να γίνω ζυγαριά, όμως. Να το ξέρεις. Τι κι αν αντέχεις μόνο το λίγο; Θα σου μιλήσω για το πολύ. Κι αν δεν δύνασαι να με παρακολουθήσεις περαιτέρω, μπορείς να φύγεις. Όχι όμως προτού τα πούμε όλα. Όχι. Γιατί τα τυπικά λόγια είναι άνοστα και ανούσια. Εγώ θέλω να ξέρω το πιο σκοτεινό σοκάκι του μυαλού σου, όχι δυο - τρεις σκόρπιες αναμνήσεις σου από χθες, το 'χεις; Ακόμη δεν βλέπω πεφταστέρια. Να 'ξερες πόσο αδημονούσα. Μα εσύ δεν έχεις ιδέα. Εσύ, δεν μπορείς να καταλάβεις. Εσύ.  Εσύ που μου κράταγες το χέρι σφιχτά, δεν ντράπηκες να μου μελανιάσεις τα δάχτυλα προκειμένου να σ' αφήσω. Εσύ που με κρατούσες στην αγκαλιά σου, δεν σκέφτηκες προτού με σπρώξεις μακρυά. Τώρα, πες μου, πόσο καλή συντροφιά σου κρατάει το εγώ σου; Δεν μπορώ να ξέρω, βλέπεις. Σαν έφτασες κάπου στον ορίζοντα, τα μάτια μου σ΄έχασαν. Κι, δεν έμεινε τίποτε να μαρτυρά το εμείς, τίποτε να θυμίζει το εσύ. Μόνο ένα χαραγμένο δέντρο, κι κάτι σκόρπιες υποσχέσεις. Τι είπες; Α, ναι. Ακόμα να δεις πεφταστέρια. Δεν πειράζει, κάποια στιγμή θα τα δούμε, που θα πάει. Όμως αρκετά για απόψε, ας μην μιλήσουμε άλλο. Μονάχα την θέρμη σου θέλω να αισθανθώ. Πεθύμησα τον ήχο της αναπνοιάς σου. Ξάπλωσε εδώ, φαίνεται καλύτερα ο ουρανός. Κράτα μου κι το χέρι. Πιο σφιχτά.
Τι εννοείς είναι αργά; Δεν θέλω να φύγω ακόμα, περιμένω. 
Τι εννοείς τι περιμένω; Τα πεφταστέρια. Το πρώτο για να κάνω μια ευχή, κι το τελευταίο για να μου χαμογελάσει.
Πιάσε μου το χέρι, τώρα, έτσι σφιχτά. Καλύτερα τώρα; Ναι, έχεις δίκιο. Πολύ καλύτερα.

Πολύ πολύ καλύτερα. "