Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Παιχνίδι μυαλού.

Έρχεσαι ακόμη στ' όνειρά μου
κι ποθείς να τα στοιχειώσεις.
Σε θορρώ να με κοιτάς στα μάτια
κι να σπάζεις την ψυχή μου,
άκαρδα, άσπλαχνα, αναίσχυντα.
Όμοιος με αερικό, δίχως υπόσταση, δίχως υφή,
σαν ανάμνηση παλιά και σκουριασμένη.

Πότε θα πάψεις να αρέσκεσαι
να με διαλύεις στα δύο; 

Ξυπνώ και η φιγούρα σου 
σαν να ναι ξεχασμένη,
ξέμεινε στο δίπλα μαξιλάρι,
ξέφυγε απ' τους λογισμούς μου,
κι ξανά παλεύει να μ' αγγίξει.

Μα τα χέρια της με απωθούν, 
με τρομάζουν.
Χώνω τα νύχια στην σάρκα μου,
τα μπήγω μέχρι το μεδούλι,
μήπως κι καταφέρω 
να σε διώξω - να ξυπνήσω.

Με κοιτάς κι γελάς - ή κλαίς; -
δεν μπορώ να διακρίνω.
Μόνο τα μάτια σου είναι ξεκάθαρα πια,
κι λίγα απομεινάρια απ΄την φωνή σου.

Τίποτε περισσότερο 
τίποτε λιγότερο
απ' το 
παρ 'ολίγον τίποτε,


Έρχεσαι ακόμη στ' όνειρά μου,
εν αγνοία σου με στοιχειώνεις.
Ξυπνώ κι ο ιδρώτας τρέχει, 
η ανάσα μου κοφτή.

Κι κάθε τέτοιο επόμενο πρωί
αναρωτιέμαι
άραγε να δες το ίδιο όνειρο
αντεστραμμένο επαρκώς;






Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

αστερόσκονη.

Βγήκαμε πριν λίγες μέρες μεγάλη παρέα κι πήγαμε στο στέκι, ξέρεις, το γνωστό. Κάτσαμε για μπύρες κι σχολιάζαμε την μουσική. Είχε καλή μουσική εκείνη την φορά. Ίσως οι καλύτερες επιλογές κομματιών που έχω ακούσει εκεί μέσα. Μετά μας έπιασε την κουβέντα ο μπάρμαν. Μας έλεγε αρχικά για την δουλειά, πως δεν πάει πια κόσμος, πως σκέφτεται να τα βροντήξει όλα κι να φύγει. Μετά άρχισε να μας λέει για την πρώην του, που την ήθελε πίσω μα 'κείνη είχε κόψει κάθε επαφή μαζί του. 
"Αφού πολλές φορές ρε σεις δεν ξέρω αν όντως υπήρξε. Σας λέω, έχει εξαφανιστεί. Έχω τόσο καιρό να δω τα μάτια της, που μερικές στιγμές σταματώ κι συλλογίζομαι αν ήταν πράσινα ή μπλε. Θέλω να την δω, δεν γίνεται να μην θυμάμαι τι χρώμα μάτια έχει. Μα έλα που δεν την βρίσκω πουθενά. Γη και ουρανό γύρισα, όλους τους φίλους της βρήκα, κι πάλι κενό. Κανείς δεν λέει τίποτα. Είναι σκληροί οι άνθρωποι τελικά μερικές φορές. Έρμαια. Σε βλέπουν να πέφτεις στα πατώματα κι αντί να σε σηκώσουν, σε πατάνε πιο κάτω, θαρρείς κι έτσι ψηλώνουν εκείνοι. Για την πάρτη τους όλοι. Για τον εαυτούλη τους, και τίποτε άλλο."
Μας κέρασε δυο - τρεις γύρες σφηνάκια, κι αρχίσαμε όλοι να λέμε ιστορίες, νέα, επιθυμίες. Θα 'χε πάει πέντε το πρωί. Κάπου στις 6 το μαγαζί θα 'κλεινε, κι είχαμε απομείνει όλοι κι όλοι γύρω στα 10 άτομα. Δεν ξέρω πως, μα δεν την είχα προσέξει πιο πριν στην πόλη. Μπήκε με δύο φίλες της στο μαγαζί, κι ήταν λες κι έφερε άλλο αέρα μέσα. Έμεινα να την κοιτάω, αλήθεια σου λέω. Τέτοιο σκάλωμα δεν θυμάμαι να 'χω ξαναζήσει. Μάλλον κοιτούσα πολύ ξεκάρφωτα, γιατί σαν συναντήθηκαν οι ματιές μας μου χαμογέλασε. Κάθισαν στο απέναντι τραπέζι κι παρήγγειλαν γλυκό κρασί. Εκείνη έκατσε ακριβώς απέναντί μου. Λέω, δεν είναι αληθινή, δεν γίνεται μια κοπέλα να με τραβάει τόσο ολοκληρωτικά, τόσο άμεσα κι εύκολα.
Δεν μπορούσα να σταματήσω να την κοιτάω. Στην συζήτηση δεν ξαναπήρα μέρος, μόνο μην με ρωτήσεις τι είπαν, δεν έχω ιδέα. Κάποια στιγμή, θα χε περάσει κανένα μισάωρο, σηκώθηκαν οι υπόλοιποι να φύγουν. Ξέρω πως έπρεπε να την πλησιάσω, να της μιλήσω, μα ένιωθα σαν να μου είχαν κοπεί τα πόδια. Πάλι καλά, ένας από μας πλησίασε την φίλη της και της πρότεινε να πάμε όλοι μαζί βόλτα. Δεν το πίστευα όταν τις είδα όντως να σηκώνονται κι να έρχονται μαζί μας. Σου λέω, λέξη δεν έβγαλα απ' όταν μπήκε εκείνη στο μαγαζί, κιχ. Λες και μου είχε κοπεί η λαλιά. Δεν ξέρω τι έπαθα, δεν μπορώ να καταλάβω, δεν μπορώ να το εξηγήσω.
Είχε πανσέληνο κι πήγαμε για περπάτημα στο παλιό λιμάνι. Σε καμιά ώρα θα ξημέρωνε. Κάτσαμε όλοι μαζί κάπου στα βραχάκια, κι εκείνη πάνω που την έψαχνα, ήρθε κι κάθισε δίπλα μου. "Δεν μιλάς και πολύ, ε;" μου είπε και γέλασε. Το γέλιο της με σάστισε ακόμη πιο πολύ. Ούτε να της μιλήσω σωστά δεν μπορούσα. Τραύλιζα, έλεγα ανοησίες, κοίταζα τα χέρια μου. Δεν ξέρω πως κατάφερε να με κάνει να χαλαρώσω. Μου μιλούσε για εκείνη, για το τι της αρέσει, για τα μέρη που θέλει να πάει, κι ήταν λες κι έβρισκα στα λόγια της κομμάτια μου. 
Κόντευε 6 κι ακόμη να προβάλλει ο ήλιος. Απορροφημένοι απ' την συζήτησή μας δεν καταλάβαμε πως πέρασε η ώρα. Τέτοια συζήτηση, αλήθεια σου λέω, δεν έχω ξανακάνει με  άνθρωπο. Να θες να μάθεις τα πάντα για τον άλλο σε μια στιγμή. Να θες να ξέρεις τα πιο κρυφά του όνειρα, τις πιο φλογερές του αναμνήσεις. Να νιώθεις πως πρέπει να τον μάθεις, πως δεν έχεις επιλογή, πως είναι ζωτική ανάγκη. 
Τα παιδιά σε κάποια στιγμή σηκώθηκαν να φύγουν, θα έφευγαν και οι φίλες της. Ήθελαν να γυρίσουν πριν νυχτώσει. Εκείνη είχε ξαπλώσει στο στήθος μου κι κοιτούσε τον ουρανό. Φαινόταν να μετράει τα αστέρια. Καθώς σηκωνόταν να φύγουν, γύρισε και με κοίταξε μες στα μάτια. "Ξέρεις τι είναι πολύ ωραίο; Να φιλάς τον άλλο στο απόλυτο σκοτάδι." Το βλέμμα της γυάλιζε. "Να ψάχνεις με την αφή να βρεις τα χείλη του, κι αφού τα βρίσκεις, να αφήνεις την αίσθηση αυτή να σε καθοδηγεί. Το έχεις δοκιμάσει ποτέ;" 
Δεν περίμενα το πόσο θα την ποθούσα. Πήρα το πρόσωπό της στα χέρια μου και καθώς έφευγαν τα παιδιά τους έκανα νόημα πως δεν θα γυρνούσα μαζί τους.

"Α, παιδιά! Ο τελευταίος να σβήσει τα αστέρια!" τους φώναξα, κι έφερα τα χείλη της στα δικά μου.