Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Στάχτες.

Γύρισε σπίτι κι πέταξε με δύναμη τα κλειδιά στο τραπέζι. Την είδε. Είχε περάσει καιρός απ 'όταν τα μάτια της τον κοιτούσαν, κι νόμιζε πως την είχε ξεπεράσει. Του μίλησε κι ένιωσε την καρδιά του κομματιασμένη στον ήχο της φωνής της. Ίδια φωνή, με διαφορετική χροιά. Πήγε με βαρύ βήμα μέχρι το υπνοδωμάτιο κι ξάπλωσε, κοιτάζοντας το ταβάνι. Το κεφάλι του τον πονούσε από το αλκοόλ κι τα χείλη του έκαιγαν. Ένιωθε βαρύ τον λαιμό του από τα τσιγάρα κι τον καπνό. Είχε σταματήσει να ρωτάει για 'κείνη, να την αναζητά. Είχε δεχτεί την απουσία της, είχε μάθει να ζει με την σιωπή κι το κενό της. Μα, είναι αυτό το ξεχωριστό, αυτό το διαφορετικό συναίσθημα που μόνο μαζί της αποκτά. Σαν ανυπομονησία, σαν προσμονή κι ενθουσιασμό για κάτι. Αυτό το "κάτι", ποτέ δεν κατόρθωσε να το αποκρυπτογραφήσει. Το μυαλό του γέμισε αναμνήσεις. Τότε που την είχε αγκαλιά στο παγκάκι. Κρύο κι υγρασία, φθινόπωρο. Την άκουγε να του μιλάει για μέρη μακρινά, για πράγματα ξένα. Κι αυτός την έσφιγγε πάνω του όλο κι πιο πολύ, μέχρι που του παραπονέθηκε πως την πονάει. Είναι που, παρόλο που ένιωθε την θέρμη της, παρόλο που το σαγόνι του ήταν πάνω στα μαλλιά της κι τα χέρια τους μπλεγμένα, εκείνος ένιωθε πως δεν ήταν αρκετό. Του έλειπε ακόμη κι όταν ήταν μαζί του,κάτι που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Την εξάρτηση από ένα άτομο, την ανάγκη να μοιράζεσαι κάθε στιγμή μαζί του κι να έχεις την τύχη να βλέπεις ο, τι εκείνο, να δημιουργείς κοινές αναμνήσεις. Τον πονούσε το στήθος του ξαφνικά, λες και η ενθύμησή της ξύπνησε κι προσπαθούσε να βγει απ ΄την καρδιά του, να πάρει μορφή κι να ξαπλώσει δίπλα του. Πήρε μια βαθιά ανάσα, το δωμάτιο συνεχώς μίκραινε, τώρα εκείνη ήταν παντού, ήταν εκεί, τον κοιτούσε, του χαμογελούσε, κι το δωμάτιο όλο κι μίκραινε, τους έφερνε πιο κοντά, τώρα ήταν σχεδόν δίπλα, μα αν συνέχιζε έτσι κι οι δυο θα χανόταν, πως να το σταματούσε, δεν γίνεται, εκείνη τον κοιτάει με παράπονο κι αρχίζει να κλαίει, τα μάτια της του ζητάνε ευθύνες, δεν τον αφήνουν να σκεφτεί, τον αποσπούν, τον ζαλίζουν.

Ανοίγει τα μάτια. Αποκοιμήθηκε μάλλον. Το πρόσωπό του είναι ιδρωμένο, κι τα χέρια του δυο σφιχτές γροθιές. Ανοίγει το συρτάρι κι ψάχνει. Βγάζει το χαρτί, κιτρινισμένο κι τσαλακωμένο. Είναι που πάντα το διάβαζε, κι κάθε φορά το έκανε μια μπάλα κι το πετούσε πίσω μέσα στο συρτάρι. Ήθελε να την θυμηθεί, ένιωθε την ανάγκη να την νιώσει κοντά του. Μα, μετά το μετάνιωνε. Κι το παραμόρφωνε, σε μια προσπάθεια να παραμορφώσει την ίδια. Αυτή την φορά το έπιασε απαλά, κι το ίσιωσε ώστε να το διαβάσει. Οι λέξεις δημιουργούσαν πολύχρωμα τοπία στο μυαλό του, κι τον μετέφεραν σε άλλα μέρη, σε άλλο χρόνο. Στο τότε.

Δεν είχε μείνει τίποτε. Όχι, δεν ένιωθε κακία. Άλλωστε, γιατί να νιώθει κάτι το αρνητικό; Τίποτα. Αυτό ακριβώς. Ένα κενό, ένα μηδενικό, μια ουδέτερη κι στάσιμη κατάσταση. Ανασηκώθηκε κι έψαξε στην τσέπη του τζιν του για αναπτήρα. Δίπλωσε, έπειτα, το χαρτί στα δυο κι το έπιασε από την γωνία.

Τώρα, δεν υπήρχε τίποτε.
Μόνο λίγος καπνός.

Α, ναι.

Και στάχτη. 











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου