Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Αποσπερίτης

Τώρα, αγάπη μου, όλα είν' αλλιώς.
Τώρα, όλα έχουν αλλάξει.
Δεν στο 'μαθαν; 
Δεν υπάρχουν αμιγώς ειλικρινή συναισθήματα.
Πάντα μια υποψία απάτης κρύβεται από πίσω.
Άλλωστε, είμαστε άνθρωποι.
Άλλωστε κάνουμε λάθη.

Όχι, μην φοβάσαι.
Άργησα μα κατάλαβα.
Εσένα κατάλαβα.
Τις σκέψεις σου, τις βλέψεις σου,
τις επιθυμίες κι τους φόβους.
Μάταια πάλευα να σκίσω 
τα μαύρα πέπλα της καρδιάς σου.
Άδικα.
Μάτωσα τα χέρια μου, 
τα έγδαρα, τα λάβωσα,
μα οι ρημάδες 
είναι απ' ατσάλι.
Κι εσύ; 

Εσύ με έβλεπες καθισμένος 
στην μεγάλη μαύρη καρέκλα
σου.
Φορούσες κορώνα τον εγωισμό 
κι για μπέρτα διάλεξες 
την πιο φίνα ματαιοδοξία.
Πες μου, 
πώς είναι να σε δικαιώνεις,
πώς είναι να σε δικαιολογείς ;
Κοιτάς τον καθρέπτη κι του χαμογελάς,
αγγίζεις με τ' ακροδάκτυλά σου απαλά
τ' είδωλο που αντανακλάται,
Πώς είναι να σε κανακεύεις;
Πες μου.

Βλέπεις, εγώ κάθε φορά 
έμπηγα σκέψεις-μαχαίρια 
μέχρι το μεδούλι.
Κι έλεγα, όσο σε πόνεσα,
τόσο πρέπει να πονέσω.
Δεν ήξερα τότε.
Τώρα ξέρω.

Μην σκας, 
ακόμη με θυμίζω.
Όσο κι αν αδυνατείς
πια
να με διαβάσεις 
πίσω από τις ίδιες μου τις λέξεις.
Άραγε το κατάφερες ποτέ;

Κι αφού πέταξα τις ταμπέλες,
τις ετικέτες,
τις ταυτότητες,
ξεκίνησα με γυμνά πόδια 
για την θάλασσα.

Ξάπλωσα κι έσβησα
ό,τι είχε απομείνει.

Μόνο ο αποσπερίτης έμεινε στο νου μου.
Να τον κοιτώ επίμονα
κι ν' αναρωτιέμαι
αν θυμάται όλα κείνα
που ανά καιρούς του έχω πει.


Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Στάχτες.

Γύρισε σπίτι κι πέταξε με δύναμη τα κλειδιά στο τραπέζι. Την είδε. Είχε περάσει καιρός απ 'όταν τα μάτια της τον κοιτούσαν, κι νόμιζε πως την είχε ξεπεράσει. Του μίλησε κι ένιωσε την καρδιά του κομματιασμένη στον ήχο της φωνής της. Ίδια φωνή, με διαφορετική χροιά. Πήγε με βαρύ βήμα μέχρι το υπνοδωμάτιο κι ξάπλωσε, κοιτάζοντας το ταβάνι. Το κεφάλι του τον πονούσε από το αλκοόλ κι τα χείλη του έκαιγαν. Ένιωθε βαρύ τον λαιμό του από τα τσιγάρα κι τον καπνό. Είχε σταματήσει να ρωτάει για 'κείνη, να την αναζητά. Είχε δεχτεί την απουσία της, είχε μάθει να ζει με την σιωπή κι το κενό της. Μα, είναι αυτό το ξεχωριστό, αυτό το διαφορετικό συναίσθημα που μόνο μαζί της αποκτά. Σαν ανυπομονησία, σαν προσμονή κι ενθουσιασμό για κάτι. Αυτό το "κάτι", ποτέ δεν κατόρθωσε να το αποκρυπτογραφήσει. Το μυαλό του γέμισε αναμνήσεις. Τότε που την είχε αγκαλιά στο παγκάκι. Κρύο κι υγρασία, φθινόπωρο. Την άκουγε να του μιλάει για μέρη μακρινά, για πράγματα ξένα. Κι αυτός την έσφιγγε πάνω του όλο κι πιο πολύ, μέχρι που του παραπονέθηκε πως την πονάει. Είναι που, παρόλο που ένιωθε την θέρμη της, παρόλο που το σαγόνι του ήταν πάνω στα μαλλιά της κι τα χέρια τους μπλεγμένα, εκείνος ένιωθε πως δεν ήταν αρκετό. Του έλειπε ακόμη κι όταν ήταν μαζί του,κάτι που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Την εξάρτηση από ένα άτομο, την ανάγκη να μοιράζεσαι κάθε στιγμή μαζί του κι να έχεις την τύχη να βλέπεις ο, τι εκείνο, να δημιουργείς κοινές αναμνήσεις. Τον πονούσε το στήθος του ξαφνικά, λες και η ενθύμησή της ξύπνησε κι προσπαθούσε να βγει απ ΄την καρδιά του, να πάρει μορφή κι να ξαπλώσει δίπλα του. Πήρε μια βαθιά ανάσα, το δωμάτιο συνεχώς μίκραινε, τώρα εκείνη ήταν παντού, ήταν εκεί, τον κοιτούσε, του χαμογελούσε, κι το δωμάτιο όλο κι μίκραινε, τους έφερνε πιο κοντά, τώρα ήταν σχεδόν δίπλα, μα αν συνέχιζε έτσι κι οι δυο θα χανόταν, πως να το σταματούσε, δεν γίνεται, εκείνη τον κοιτάει με παράπονο κι αρχίζει να κλαίει, τα μάτια της του ζητάνε ευθύνες, δεν τον αφήνουν να σκεφτεί, τον αποσπούν, τον ζαλίζουν.

Ανοίγει τα μάτια. Αποκοιμήθηκε μάλλον. Το πρόσωπό του είναι ιδρωμένο, κι τα χέρια του δυο σφιχτές γροθιές. Ανοίγει το συρτάρι κι ψάχνει. Βγάζει το χαρτί, κιτρινισμένο κι τσαλακωμένο. Είναι που πάντα το διάβαζε, κι κάθε φορά το έκανε μια μπάλα κι το πετούσε πίσω μέσα στο συρτάρι. Ήθελε να την θυμηθεί, ένιωθε την ανάγκη να την νιώσει κοντά του. Μα, μετά το μετάνιωνε. Κι το παραμόρφωνε, σε μια προσπάθεια να παραμορφώσει την ίδια. Αυτή την φορά το έπιασε απαλά, κι το ίσιωσε ώστε να το διαβάσει. Οι λέξεις δημιουργούσαν πολύχρωμα τοπία στο μυαλό του, κι τον μετέφεραν σε άλλα μέρη, σε άλλο χρόνο. Στο τότε.

Δεν είχε μείνει τίποτε. Όχι, δεν ένιωθε κακία. Άλλωστε, γιατί να νιώθει κάτι το αρνητικό; Τίποτα. Αυτό ακριβώς. Ένα κενό, ένα μηδενικό, μια ουδέτερη κι στάσιμη κατάσταση. Ανασηκώθηκε κι έψαξε στην τσέπη του τζιν του για αναπτήρα. Δίπλωσε, έπειτα, το χαρτί στα δυο κι το έπιασε από την γωνία.

Τώρα, δεν υπήρχε τίποτε.
Μόνο λίγος καπνός.

Α, ναι.

Και στάχτη. 











Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

χειμερινή βραδιά.

Πήγε πέντε. Σιγά σιγά ξημερώνει. Πρέπει να γυρίσω σπίτι, να κοιμηθώ. Ναι, ήταν όμορφα. Βασικά, ήταν συνηθισμένα. Η ίδια μουσική, ο ίδιος χώρος. Ήταν καλά, τέλος πάντων. Φέρε μου το παλτό μου, έχω ξεπαγιάσει. Θα βγούμε στον δρόμο μόλις το φορέσω. Σε ευχαριστώ. Περίμενε λιγάκι - θέλω να χαζέψω λίγο το γνώριμο. Σαν να μην είναι το ίδιο, σαν να χει αλλάξει τούτο το μέρος. Αέρας αλλιώτικος κι ατμόσφαιρα ξένη. Μπα, μην δίνεις σημασία, μάλλον με ζάλισε το ποτό. Κοίτα, χιονίζει. Πόσο όμορφα είναι όταν χιονίζει. Δεν σου θυμίζει παραμύθι η όλη σκηνή; Όχι; Εμένα μου θυμίζει. Πέφτει τόσο αργά το χιόνι, τόσο απαλά. Κρύβει μέσα του κάτι το ουτοπικό. Κάτι το μακρινό κι άπιαστο. Τι λες; Πάμε μια βόλτα; Δεν θέλω να γυρίσω ακόμη, θέλω να χορέψω στην μέση της μικρής πλατείας. Δεν με νοιάζει που θα με κοιτάει ο κόσμος. Άλλωστε, πόσο κόσμο να έχει τέτοια ώρα; Χιόνισε, κι εγώ θέλω να χορέψω. Να πετάξω την ομπρέλα μου κι να νιώσω τις νιφάδες, κατάλευκες, να έρχονται σε αντίθεση με το σκούρο των μαλλιών μου. Θέλω να ουρλιάξω κι να μην σκέφτομαι ποιος μ' ακούει. Μπα, δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω να πω. Ό,τι μου βγει εκείνη τη στιγμή, υποθέτω. Ίσως στίχο από τραγούδι, ίσως ένα όνομα. Ποιος ξέρει. Μα, αν δεν έρθεις να πάμε στην πλατεία, πώς θα ακούσεις; Όχι; Δεν θες; Καλά. Ας κάνουμε κάτι άλλο. Πάμε στο λιμάνι; Δεν με νοιάζει η κακοκαιρία σου λέω, θέλω να δω την θάλασσα. Σήκω να πάμε. Άντε πάλι. Δεν με πειράζουν τα κύματα, δεν με ενδιαφέρει αν θα γίνω μούσκεμα. Ίσως να θέλω αυτό. Να πέσει ένα κύμα πάνω μου πάνω που λέμε αστεία, κι να μας κάνει να γελάμε με την καρδιά μας. Έπειτα, θα γίνει μια ακόμα ιστορία για να λέμε, μια ανάμνηση που θα μας κάνει να χαμογελάμε στην ενθύμηση της. Σήκω, άντε. Σκέψου κι το άλλο! Αν μείνουμε εδώ, τι θα γίνει; Τι το διαφορετικό, τι το συναρπαστικό θα μας συμβεί σε αυτό το τραπέζι; Ναι, θα μιλήσουμε. Μα, όλο το βράδυ δεν μιλάμε; Θέλω στιγμές. Κατάλαβέ το. Σήκω σου λέω και μην φοβάσαι τα κύματα, μην φοβάσαι το κρύο. Μόνο την αδράνεια να φοβάσαι κι το κενό. Ναι θα βγω χωρίς το κασκόλ μου. Ναι, θέλω να νιώσω το κρύο να με διαπερνά. Δεν με πειράζει. Το μόνο που θα με πειράξει είναι να μείνουμε ακίνητοι εδώ, κάνοντας ξανά την ίδια συζήτηση. 
Πιάσε το χέρι μου. 
Σήμερα θα φωνάξουμε μαζί, θα γελάσουμε δυνατά κι θα χορέψουμε στην μέση της πλατείας.
Κοίτα τα μάτια μου. 
Είσαι έτοιμος; 
Πόσο μ' αρέσει να χαμογελάς.
Σφίξε μου το χέρι λίγο ακόμη,
Με το 3 θα τρέξουμε.
Ξέχνα την ομπρέλα.
1..
2..


..3 !