Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Sur les pensées.

Και τους κοιτάς γελαστός,
με ρυτίδες στο πλάι των βλεφάρων σου.
Και σε κοιτάνε και κείνοι- 
μα δεν σε είδανε, θαρρώ, ποτέ.
Δεν είσαι εσύ.
Δεν είσαι καν κοντά στο εσύ.
Έχεις απομακρυνθεί τόσο
που και ο ίδιος απορείς.
Ξέχασες. 
Τώρα ποιος να σου θυμίσει;

Και τους μιλάς γιομάτος θέρμη,
με φωνή σταθερή, με νέα βραχνάδα.
Και σου απαντούν και κείνοι- 
μ' αληθινά δεν σ' ακούσανε, θαρρώ, ποτέ.
Δεν είναι δική σου τούτη η λαλιά.
Ηχεί αλλιώτικη. 
Η προφορά σου ομοιάζει ξένη.
Απορώ, πιστεύεις αλήθεια
όλα τούτα που τους λες;
Άλλαξες.
Και τώρα ποιος να σε θυμίσει;

Τώρα ποιος να είναι εσύ;





Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

4:45 a.m.

Κι εγώ είμαι εδώ, στο μπαλκόνι. Κάνει κρύο κι έχω ανατριχιάσει αλλά δεν θέλω να μπω ακόμη μέσα. Χώνομαι λίγο πιο βαθιά στο φούτερ μου και αρχίζω να δαγκώνω το κορδονάκι που κρέμεται απ' τα δεξιά. Παλεύω να πιω λίγο παραπάνω απ' την μπύρα που 'χω στα χέρια μου, αν και δεν τα θέλω τα κουτάκια. Δεν ξέρω γιατί. Κάποτε μου άρεσαν, θυμάμαι.
Τι να σκέφτεσαι, άραγε, τώρα.
Ησυχία. Εδώ ηχούνε κάθε βράδυ τα κύμματα που σκάνε, κι όσο χειμωνιάζει, τόσο αγριεύουν. Όλο μουγκρίζουν λες κι πονούνε. Όλο κάθομαι εδώ έξω, σιμά τους, να σιγομουγκρίζω κι εγώ. 

Πέρασε πάλι η ώρα.

Ενώνω τα γόνατά μου και τα φέρνω ίσαμε το σαγόνι κρατώντας τα. Γίνομαι μια μπάλα, δεν είμαι άτομο πια, δεν είμαι οντότητα, ούτε ύπαρξη απτή. Ένα κουβάρι μ' αναμνήσεις και ψυχαναγκασμούς είμαι. 
Δεν ήπια ούτε την μισή μπύρα, πάλι. Κάθε φορά νομίζω πως θα μ' αρέσει. Κάθε φορά καταλήγει στην σακούλα με τα σκουπίδια, κάτω απ' τον νεροχύτη.

Πέφτω να κοιμηθώ μα αφήνω ολάνοιχτη την μπαλκονόπορτά μου.
Θέλω ν' ακούω τους παφλασμούς.
Θέλω ν' ακούσω εσένα.
Σκέφτομαι πώς γράφεται το κύμματα,
με ένα ή δύο "μ" ;
Κάπου ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, 
κοιμάμαι.
Κάπου ανάμεσα σε συνειρμικές εικόνες,
χάνομαι.





Αλήθεια, τελικά πώς γράφεται;

Άντε ,τώρα, να ανοίγω αύριο λεξικά
να ψάχνω ορθογραφίες.









Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Ecce homo.

Σπασμένα τζάμια 
και εκκωφαντικός θόρυβος.
Αίμα-
αίμα παντού.
Κολλημένο σε πρόσωπα σβησμένα.
Στην βέρα που φοράει ο μπροστινός σου.
Δεν αναπνέει πια-
μα πού είναι όλοι;
Γιατί δεν βοηθάει κανείς;
Μάσκες.
Φοράνε μάσκες.
Από τι κρύβονται τα τέρατα, 
αναρωτιέσαι.
Κρατάς την ανάσα σου και κοντεύεις να σκάσεις.
Μα πρέπει να αντέξεις λίγο ακόμη.
Σε παρακαλώ,
λιγάκι μονάχα.
Μέχρι να ΄ρθει κάποιος να σε σώσει.
Αν σ' ακούσουν θα σε χάσω,
μην φύγεις,
μην μου φύγεις,
σε εκλιπαρώ.
Την αναπνιά σου δεν πρέπει ούτε να την υποψιαστούν.
Έτσι, σώπασε, 
ηρέμησε.
Εγώ είμαι εδώ.
Δεν είμαι σιμά σου μα σου κρατώ το χέρι.
Σ' αγαπώ.
Δεν σε γνώρισα ποτέ μου,
δεν ξέρω αν είσαι άνδρας ή γυναίκα,
δεν ξέρω τις σκέψεις σου πριν κοιμηθείς,
ούτε τ' όνειρό σου.
Ξέρω μονάχα πως σ' αγαπώ, σε σκέφτομαι και σε πονάω.
Να το θυμάσαι αυτό.
Μονάχος μας δεν είναι κανείς
όσο ζει στην σκέψη κάποιου άλλου.
Κι εσύ ζεις στην δική μου,
κι εσύ, κι ο διπλανός σου, κι ο απέναντι.
Στο λέω κι ας καλύπτει την φωνή μου η εξουσιαστική σιωπή του θανάτου.
Μην φοβηθείς, 
μ' ακούς;
Είμαι εγώ εδώ.
Κι ο διπλανός μου, κι ο απέναντι, και όλοι τους.
Είναι εδώ μαζί σου.
Πες το και στους άλλους.
Είμαστε εδώ,
μαζί σας.
Ησύχασε,
ηρέμησε,
μην κλαις.
Είμαστε εδώ.




( Ecce homo : Ιδέ ο άνθρωπος. - Πόντιος Πιλάτος. )













Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

Thoughtsaholic.

Ξυπνάει κάθε πρωί 10 λεπτά πριν να χτυπήσει το ξυπνητήρι του. 10 λεπτά ακριβώς. Βάζει την καφετιέρα να δουλέψει, όμως δεν ανοίγει τα παντζούρια αν δεν ακούσει πρώτα τον ήχο του νερού που βράζει. Σκατά, πάλι ξέχασε να πάρει γάλα. Δεν πάνε κάτω τα δημητριακά ξερά. Προτιμάει να μην φάει τίποτε, να πιεί τον καφέ του μόνο. Βαριέται να ανοίξει το ντουλάπι κι ας απέχει μονάχα δυο δρασκελιές. Παίρνει μια κούπα απ' την στοίβα με τα πλυμένα. Βγαίνει στο μπαλκόνι και βάζει τα πόδια του στα κάγκελα. Οι άλλοι λένε πως το πρωινό ξύπνημα δεν πάλευεται με τίποτα, πως είναι σκέτη φρίκη. Σαχλαμάρες. Ο,τι καλύτερο είναι. Ακόμα και απ´το ξενύχτι το προτιμά- είναι πιο ιδιαίτερο. Ας πούμε, τώρα είναι 6 το πρωί κι ο ουρανός έχει ένα απίστευτο χρώμα ανακατεμένου γαλαζοπράσινου. Όλοι γύρω κοιμούνται, μια παρέα γυρνάει από κάποιο μπαράκι. Επικρατεί απόλυτη ησυχία. Ακούει την κοπέλια απο δίπλα να κλειδώνει την πόρτα της- μάλλον κι αυτή τώρα γύρισε. Το τακ τακ που κάνουν τα τακούνια της σταματά απότομα. Το κρεβάτι της τρίζει λίγο, μετά ο ήχος παύει, μετά αρχίζει πάλι, δεν θα βολεύεται να δεις. Κενό. Κοιμήθηκε. Ησυχία πάλι. Αταραξία πάλι. 
Βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα απο την τσέπη της ζακέτας του. Ψάχνει και τον αναπτήρα -μα που στον λύκο τον άφησε πάλι. Τι κακό κι αυτό με τους αναπτήρες, όλο να χάνονται. Τον βρήκε. Πάλι καλά γιατί είναι απ´τους αγαπημένους του. Θυμίζει Ζίπο, δεν είναι όμως. Προτιμάει να στρίβει τσιγάρο αυτές τις ώρες. Νιώθει πως επιβάλλεται να ακολουθήσει την νωχελικότητα του γύρω του περιβάλλοντος. Δεν τον βιάζει τίποτα. Δεν τον αγχώνει τίποτα. Πρώτη τζούρα. Ακούς εκεί είναι κακός συνδιασμός ο καφές με τα τσιγάρα, πάνε καθόλου καλά οι ανίδεοι; Δεύτερη τζούρα. Έχει λίγο ψύχρα, αλλά για νοτιάς μοιάζει ο αέρας. Γουλιά απ´τον καφέ. Σκέτος είναι πίκρα, απορώ πως μπορούσε και τον έπινε κάθε φορά έτσι. Κι άλλη γουλιά. Απορώ πως γίνεται να γούσταρε τόσο πολύ τα πρωινά, αφού της στερούσανε τον ύπνο. Τρίτη τζούρα. Πού να ´ναι αυτή ακριβώς την στιγμή. 
Του περνούσαν συχνά τέτοιες σκέψεις απ´το νου. Ας πούμε θα έβλεπε μια ταινία ή θα διάβαζε ένα βιβλίο και θα αναρωτιόταν πώς θα φαινόταν σε εκείνη. Άκουγε ένα τραγούδι έξω κι έλεγε ναι, αυτό μας περιγράφει πλήρως. Έπαιρνε το κινητό του κι άρχιζε να γράφει τότε τους στίχους, έβαζε και τελείες στο τέλος κάθε στροφής. 4-5 έβαζε συνήθως. Του χαν πει κάποτε πως με τις τελείες μπορείς να δείξεις πως πονάς, μα εκείνος δεν το κατάλαβε ποτέ ακριβώς. Εκείνον τον πονούσαν τα κόμματα, εκείνες οι ρήμαδες οι μικρές γραμμούλες. Του φαινόταν μετέωρα, καταδικασμένα σε μια ατέρμονη αναμονή, σ´ένα φαύλο κύκλο, αναπάντητα. Τα μηνύματα τα έσβηνε αφού πρώτα έγραφε τον αριθμό της στον παραλήπτη- τα ακύρωνε πάντα ένα βήμα πριν το τέλος. Δεν βαριέσαι όμως. Ανάβει κι άλλο τσιγάρο. Ο καιρός δεν θα το πάει για βροχή. Το μπαλκόνι σαν να μίκρυνε απότομα. Ο καφές είναι άνοστος και πικρός- αλήθεια δεν θα καταλάβει ποτέ πως τον έπινε μονάχα έτσι. Θα πάει για βόλτα λίγο. Να ξεχαστεί, να αναπνεύσει φρέσκο αέρα. Το τσιγάρο τ´ αφήνει στο τασάκι με την κάφτρα κατακόκκινη. Παίρνει τα κλειδιά κι κλείνει την πόρτα πίσω του. Του αρέσουν τα πρωινά, είναι δροσερά, έχουν μια φρεσκάδα. Θα περπατήσει παραλιακά, να χει και θέα. 
Κατηφορίζει τον δρόμο κι παίρνει το πρώτο στενό στα δεξιά, όπως το επέλεγε και κείνη. Σταματάει. Πάλι την θυμάται.
Δεν γάμιεται, όμως. 
Τώρα την σκέφτηκε ήδη μια φορά, τι διαφορά έχει να την σκεφτεί άλλες δέκα;
Στρίβει αριστερά στο επόμενο στενό κι βγαίνει στον κεντρικό.
Περπατάει και σταματάει στο πρώτο παγκάκι, στην άκρη του.
Η δική του άκρη είναι αυτή.
Αφήνει την άλλη τελείως κενή.
Έτσι, χωρίς κάποιο σπουδαίο λόγο.
Μονάχα μήπως κι αποφασίσει να έρθει εκείνη.




Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

Μου αρέσει το μπλε. Το ανοιχτό της θάλασσας στα ρηχά και το σκοτεινό τ' ουρανού σαν νυχτώνει. Και οι ενδιάμεσες αποχρώσεις του καλές είναι. Και το καφέ είναι ωραίο χρώμα - αυτό μου θυμίζει σελίδες βιβλίου, σοκολάτα και ξερά φύλλα, ανάλογα με την απόχρωσή του. Μου αρέσει και η μυρωδιά απ´ τα πρωτοβρόχια κάθε φθινόπωρο. Είναι ανακατωμένος χειμώνας με μια δόση καλοκαίρι. Μεταίχμιο. Περίεργη λέξη, ιδιαίτερη. Απ´ αυτές που ψιθυρίζεις σιγανά σαν τις ακούς μπας και τις καταλάβεις καλύτερα. Και τα ονόματα μερικές φορές μπορούν να φανούν περίεργα. Λες κι ο τάδε ή ο δείνα είναι ο μόνος, ενώ όλοι οι άλλοι είναι συνονόματοί του. Εκείνοι έρχονται μετά από αυτόν. Εκείνος βρίσκεται πάντα πριν απ´ αυτούς. Δεν ξέρω τι άλλη συνειρμική σκέψη να μοιραστώ μαζί σου. Παίρνω το χαρτί και λέω τώρα θα τα γράψω όλα, μα λίγο ο αέρας που λυσσομανά απ´ έξω, λίγο το βουητό του δρόμου, ξεχνιέμαι και γω. Ξεκινάω προτάσεις, παραγράφους, σελίδες και καταλήγω να τις στοιβάζω σ´ ένα ακόμη ράφι της βιβλιοθήκης ή να σκίζω το χαρτί. Κάτι δεν μου κολλάει, κάτι δεν μου αρέσει, κάτι μοιάζει ελλιπές. Ίσως πάλι να βγάζει απλά υπερβολικά εύκολα νόημα, ναι, ίσως κι αυτό. Το θέμα είναι πως ένας σκύλος στη γειτονιά ηχεί όμοια με λύκο κι κάθομαι και τ´ αφουγκράζομαι μερικές φορές. Επίσης η ΣΟΛ και η ΛΑ χορδές της κιθάρας μου έχουν σκουριάσει κάπως και λέω να τις αλλάξω. Περιμένω να μεσημεριάσει για να πιω ελληνικό καφέ (γλυκό, με λίγο γάλα). Ακόμα φυσάει πολύ, κάνει και λίγο κρύο. Είμαι εδώ, μα εσύ είσαι εκεί. Είσαι εκεί, μα εγώ είμαι εδώ. Πάω να ακούσω το αγαπημένο σου τραγούδι. 
Καληνύχτα.






Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Παραχάραξη.

Εκείνο το μακρινό και ξένο
που ποθήσαμε ν' αγγίξουμε,
να κρατήσουμε απ' το χέρι.
Το κρυμμένο, τ' αλλιώτικο,
που τρέμαμε μην το μιλήσουμε κι μαγαριστεί.
Άσπιλο το φωνάζαμε.
και ιδανικό.
Θυμάσαι;

Εκείνο το όνειρο το ιδεατό,
του τότε.
Που ξέραμε πως είναι άυλο,
μα το 'χαμε για υπαρκτό.
Που δεν το είδαμε τελικά ποτέ.
Κι όμως, 
μαζί το κρατούσαμε μέσα στα χέρια μας σφιχτά.
Μην φύγει, μη χαθεί.
Τότε, λέγαμε, θα χανόμασταν κι εμείς.

Το υπέροχο, το μοναδικό.
Το αξεπέραστο κι απροσπέλαστο,
τ' αγγίξαμε ,θαρρώ, στο τέλος.
Μα, δεν το πιάσαμε απ' το χέρι.
Μα, δεν του γελάσαμε απαλά.

Κάναμε πως δεν υπήρξε,
πως αληθινό δεν το 'λεγε κανείς.
Το πιάσαμε στα χέρια μας
κι το γεμίσαμε βρωμιά.
Αλλάξαμε το σχήμα του
με τρόπο ανάρμοστο κι ακραίο.
Εσύ κι εγώ.
Εγώ κι εσύ.

Κι αφού τ' αφήσαμε έτσι ώρα πολλή,
φύγαμε μακρυά του.
Θορυβωδώς κι αναίσχυντα.
Σαν ήρωες κι νικητές,
κι όχι σαν τσαρλατάνους,

Δες το τώρα, έτσι που το πατήσαμε χάμω.
Έτσι που τ' ακρωτηριάσαμε,
έτσι που το καταχραστήκαμε.

Δες το
και πες μου.

Αλήθεια, τώρα, δεν σου μοιάζει ευτελές;



Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Εκείνοι.

Πόσο πολύ με τρομάζουν, αλήθεια,
οι εκείνοι
Δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν, 
λες κι όλα τα επίθετα του κόσμου
τους πέφτουν είτε πολύ μεγάλα,
είτε εξαιρετικά μικρά.
Μένουν στο σχεδόν,
αγκαλιάζουν το περίπου.
Εκείνοι.
Οι σχεδόν αληθινοί,
οι σχεδόν ειλικρινείς, 
οι σχεδόν άνθρωποι.
Τους βλέπω, κι κρύβομαι,
μην τύχει και συναντηθούν
ούτε οι ματιές μας.
Μην κατορθώσουν ν' ακούσουν
το απόλυτο, το ειλικρινές,
κι γίνουν τέρατα -
και γίνουν θεριά ανήμερα.
Φτύνουν λέξεις, 
εκείνοι,
και τις φωνάζουν για χρυσό.
Ποθούν την σκουριά,
και την μυρωδιά του σάπιου,
κι ας μιλούνε γι' αλλαγή,
κι ας τάζουνε τ' αλλιώτικο.
Είναι πονηροί και δόλιοι, 
εκείνοι,
κι ας θυμίζουν τ' όνειρο.
Πώς αλλιώς; 
Αφού 'ναι τυλιγμένοι 
με το κίβδηλο κι το ψευδές -
άντε όμως να το καταλάβεις εσύ.
Τα χέρια τους γιομάτα είναι με άσσους,
μην τύχει και χάσουν.
Τι κι αν το παιχνίδι είναι στημένο;
Τη νίκη την χαίρονται εξίσου.
Εκείνοι.
Τι κι αν θυμάσαι εσύ;
Μονάχα ξεχνάνε,
εκείνοι.

















Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Περί λέξεων.

Έχω έναν κόμπο στο λαιμό. Με σφίγγει σαν θηλιά, μέρα τη μέρα, κι δεν μ' αφήνει διόλου ν' ανασάνω. Στην αρχή είπα πως δεν είναι τίποτε, κι τ' άφησα. Μα περνούσαν οι μέρες κι κείνο ολοένα κι χειροτέρευε. Τώρα πια δεν βγαίνει η φωνή μου- έκλεισε. Κι πονάει. Με κόβει, μου σκίζει το δέρμα από μέσα. Πόσες φορές δεν πήγα να το δουν, να μου πουν γνώμες, να βρω μια γιατρειά. Μα, όλοι με κοιτούσαν με απορία κι έλεγαν πως όλα είναι καλά. Πως μ' ακούν σαν τους μιλώ, κι πως το πρόβλημα ίσως να συνδέεται με την ακοή μου. Γίνεται ,άραγε, να με ακούν όλοι οι άλλοι, κι εγώ να 'χω την ίδια μου την φωνή ξεχαημένη; Δεν μπορεί, σκεφτόμουν, κάποιο λάθος κάνουν. Εγώ με ξέρω, εγώ γνωρίζω καλύτερα, εγώ. Ώρα με την ώρα πείσμωνα όλο κι πιο πολύ. Τόσο πολύ αρέσκονται τα άτομα να εμπαίζουν τους γύρω τους; Πώς είναι δυνατόν; 
Πήρα δυο τετράδια κι ένα μικρό σάκο κι βρόντηξα πίσω μου την πόρτα. Δεν μπορεί, θα υπάρχει θεραπεία, κι αφού δεν ήταν κανείς διατεθειμένος να με βοηθήσει να την βρω, θα το πάλευα μονάχη. Άλλωστε, δεν είναι όλες οι μάχες οι ίδιες. Μερικές δεν χρειάζονται πάνω από έναν. Έναν στην μια πλευρά, να μάχεται με τον ίδιον έναν στην άλλη. Εγώ με εμένα. Εσύ με εσένα. Οι πιο βαριές μάχες είναι τούτες, μάλιστα. Δεν υπάρχει ευθυνοφοβία εκεί, δεν υπάρχει υπεκφυγή. Όλα ή τίποτε. Την ίδια στιγμή ο νικητής χάνει, κι ο χαμένος πανηγυρίζει την νίκη του. Ένα απ' τα παράδοξα της ζωής είναι κι αυτό, όμοιο με την παραδοξότητα του έρωτα θα 'λέγαν μερικοί. Κι εκεί ο κυριότερος αντίπαλος είναι το ίδιο το εγώ του ατόμου. Μόνο κείνοι που δώσανε τέτοιου είδους μάχες μπορούν για μένα να μιλούν για το τίποτε. Για το δίχως. Για το χωρίς. Μόνο εκείνοι που έφεραν τον ίδιο τους τον εαυτό στην θέση που είναι, για να τον σώσουν, κι ας τον σκότωναν την ίδια ακριβώς στιγμή. Μόνο εκείνοι που δεν τρόμαξαν μπρος στην διάλυση, κι επεδίωξαν την αυτοκαταστροφή τους, όχι σκεπτόμενοι το τι θα χάσουν, μα το τι θα κερδίσουν από τις ίδιες τους τις στάχτες.
Περπατούσα πολλή ώρα, κι δεν κατάφερνα με τίποτε να βάλω τις άτακτες σκέψεις μου σε σειρά. Πόσες κόλλες χαρτί γέμισα, κι έπειτα τις έσκισα, τις έκοψα στα δυο κι τις πέταξα μακρυά, να μην τις ξαναδώ, να προσποιηθώ πως δεν υπήρξαν. Σαν την τρομοκρατία που μας προκαλεί το ίδιο μας το μυαλό, δεν υπάρχει. Το απίθανο, που μέσα απ΄την φαντασία μετατρέπεται σε κάτι τόσο απτό, που λες θα σηκώσω το χέρι μου κι θα τ΄αγγίξω. Θα έχει υπόσταση. Θα είναι εκεί.
Τότε είναι που βρεθήκαμε. Με είδε να πετάω άλλη μια σελίδα με φούρια στο παγωμένο έδαφος, κι με πλησίασε. Δεν τον είχα ξαναδεί, μα ο αέρας που άφηνε πίσω του καθώς ερχόταν προς το μέρος μου τον έκανε να δείχνει γνώριμος. Σαν μια ανάμνηση σκονισμένη, που ανάσαινε μετά από καιρό ξανά. Άνοιξε τα χείλη του μόλις έφτασε δίπλα μου, κι κάτι πάλεψε να πει.
Τίποτε. Δεν άκουσα τίποτε. Τα χείλη του συνέχισαν να κινούνται, να μου λένε ιστορίες, να μου βρίσκουν λύσεις, να μου τραγουδούν, να, να , να. Μπορεί να μου έλεγε όλα κείνα που ήδη γνωρίζω, μπορεί να απίθωνε την ψυχή του μπρος μου, μπορεί να γελούσε με τις εκφράσεις μου, χίλια μπορεί, χίλια ενδέχεται, κι καμία βεβαιότητα, καθώς η σιωπή που τον τύλιγε ήταν τόσο έντονη, που σχεδόν την έβλεπες.
Πέρασε η ώρα, κι πάλεψα κι εγώ να του μιλήσω. Να του δείξω πως άδικα παλεύει γιατί δεν μπορώ να τον καταλάβω. Πήρα ανάσα κι προσπάθησα να φωνάξω με όλη μου την δύναμη, σκέφτηκα πως τότε ίσως να κατάφερνα να ψιθυρίσω τελικά, πως θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Όμως, το μόνο που κατάφερα ήταν να πονέσει λίγο ακόμα ο λαιμός μου. Σήκωσα τον βλέμμα μου και τον κοίταξα παρακλητικά, έπρεπε να με βοηθήσει και να τον βοηθήσω, έπρεπε να βρούμε μια λύση, ένα τρόπο να ακουγόμαστε, ένα τρόπο να επικοινωνούμε.
Τράβηξε απότομα απ' το χέρι μου το τετράδιο κι άρχισε να γράφει. Τον παρακολουθούσα καθώς κινούσε το στυλό πάνω στο χαρτί με σβελτάδα και σιγουριά.
"Συγγνώμη. Σε ευχαριστώ για όλα. Σε αγαπάω. Μου λείπεις. Δεν συμφωνώ μαζί σου. Μακάρι να ήσουν εδώ. Μην με αφήσεις. Στάσου ένα λεπτό. Ναι, έχω κάτι. Γιατί; "
Τον κοιτούσα με απορία, όταν άνοιξε ξανά τα χείλη του. 
- Αυτό παλεύω λοιπόν τόση ώρα να σου πω! 
Μιλούσε. Μπορούσε και μιλούσε κανονικά, δυνατά, με σίγουρη και βαριά χροιά.
- Γράψε όλα κείνα που σε βαραίνουν. Ό,τι δεν είπες γιατί φοβήθηκες, ή γιατί ντράπηκες, ή γιατί θεώρησες καλό να το κρύψεις. Κάθε λέξη που αφήνεις στο χαρτί, φεύγει απ΄τον λαιμό σου, τον βοηθάει να ανοίξει. Κι αν ξανακλείσει, αν πάλι ο πόνος είναι οξύς κι αβάσταχτος, πάρε άλλη μια κόλλα χαρτί κι γράψε. Όσο γράφεις, θα γιατρεύεσαι. 
Μου χαμογέλασε, με ένα από κείνα τα χαμόγελα που μένουν χαραγμένα στο νου, κι έφυγε.
Πήρα το τετράδιο που άφησε κι συνέχισα απ' όπου εκείνος είχε σταματήσει.
" Σε παρακαλώ. Μα, γιατί; Ακόμα, ναι."



Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2015

Ινάτι

Δεν έπαψε ποτέ να την γυρεύει.
Ζητήματα καρδιάς είναι τούτα,
πώς να τα τιθασεύσεις;
Αδιανόητο. Απίθανο.
Ακατόρθωτο.
Αγαπά τις λέξεις κείνες
που ξεκινούν με τ' άλφα το στερητικό.
Του την θυμίζουν λέει,
έτσι διαφορετικές που 'ναι.
Που δεν κουράζονται ποτέ να κουβαλούν
ένα γράμμα παραπάνω.
Άλλωστε κι η γραφή τι είναι;
Μια επανάσταση.
Ενάντια στην κάθε καταπίεση,
πολεμά όλα τα "πρέπει".
κι βάφει πάνω τους με αίμα "θέλω".

Πέρασε πολλά βράδια μοναχός του,
έχοντας στην αγκάλη του 
έναν ασκό με κρασί -
κόκκινο πάντα, 
να του θυμίζει τα χείλια της.
Άντε τώρα να κοιμηθεί
απού την πλάθει ο νους του
κι είναι τόσο αληθινή,
που να, έτσι θε να κάμει,
κι να την σφίξει μες στα χέρια του.

Το 'παιρνε συχνά απόφαση
κι σηκωνότανε μονομιάς
έτοιμος να ψάξει να την βρει.
Μα, καθότανε πάλι κάτω,
τόσο γρήγορα που και τ΄όνομά της
δεν προλάβαινε να μιλήσει.
Πώς να πας απ΄την αμφιβολία 
στην βεβαιότητα
δίχως να φοβηθείς την έκβαση;

Του ΄ρεσε ο βραδινός ουρανός.
Στη θοριά του έμοιαζε ασήμαντος,
αισθανότανε τρωτός.
Κι τούτη η αίσθηση τον καθησύχαζε.
Τον έβγαζε απ' τις τύψεις του,
κι τάχα δικαίωνε την αδυναμία του
να παλέψει για 'κείνον,
με εκείνον.

"Άφήσετε τους έρωτες" φώναζε κι χτυπούσε το χέρι του στο τραπέζι.
"Αφήσετέ τους" επέμενε κι έβαζε άλλο ένα ποτήρι κρασί -
κόκκινο πάντα, γιατί μονάχα 'κείνο αγαπούσε.




https://www.youtube.com/watch?v=C7Du62uPjs8









Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

-

Να ξέρεις μοναχά πως το πράγμα που πολλές φορές μας τρομάζει πιο πολύ είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Η ίδια μας η αδυναμία να κοντρολάρουμε τις σκέψεις και την καρδιά μας σε όλες τις περιστάσεις κι υπό όλες τις συνθήκες. Γιατί είναι εξαιρετικά εύκολο να αρνείσαι στους άλλους, μα είναι εξωφρενικά δύσκολο να απαρνείσαι τα πιο βαθιά σου θέλω. Μερικές, λοιπόν, φορές μας κάνουν να δειλιάζουμε κι να κρυβόμαστε όχι οι λέξεις που ενδεχομένως να ακούσουμε, μα οι ίδιες μας οι σκέψεις. Γιατί το να μάχεσαι με τον ίδιο σου τον εαυτό, εσύ με εσένα, είναι σκληρό κι προϋποθέτει δύναμη και σθένος. Γι' αυτό, μην το ξεχνάς, πολλές φορές το έξω αντικατοπτρίζει ελλιπώς μα κι λανθασμένα το πιο βαθύ σκοτάδι της καρδιάς.


https://www.youtube.com/watch?v=U_pOnIZYb7w



Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

παραλογισμοί

 Αλήθεια, μερικά ονόματα τα ξε-συνηθίζεις. Τα χείλη σου ξεχνούν πώς να τα σχηματίσουν, το στόμα σου αρνείται να τα εκφωνήσει. Μα, είναι λες κι μόλις γίνει η αρχή, ο χείμαρρος που έχεις τόσο καλά περιορισμένο μέσα σου, δεν σταματά να βγαίνει. Ένα ποτάμι σκέψεων, μια θύελλα αναμνήσεων, χιλιάδες μικρές μαχαιριές ακολουθούν κάθε φράση σου, κι εσύ αδειάζεις, αδειάζεις συνεχώς, αδειάζεις ασταμάτητα, έως ότου να αισθάνεσαι τελείως κενός, παντελώς άδειος, ένα κουφάρι στιγμών. Κοιτάς μπροστά σου τότε, με βλέμμα ανεξιχνίαστο, γιατί βέβαια ήσουν βολεμένος στην άγνοιά σου σχετικά με την δύναμη που 'χουν τ' ανείπωτα, σε συνέφερε να κρύβεσαι πίσω απ' το δάχτυλό σου, ακόμη κι αν στην τελική κρυβόσουν μονάχα απ' τον ίδιο σου τον εαυτό κι από κανέναν άλλο, κρυβόσουν απ' τις σκέψεις σου, απ' τις επιθυμίες σου, απ'τα λάθη κι τα σωστά σου, από εσένα, εκείνον το παλιό εσένα, που δεν γνώριζε όρια και τρόμο, που δινόταν με όλο του το είναι κι δεν ζητούσε τίποτε πίσω, που εμπιστευόταν βαθιά και στήριζε ακόμη βαθύτερα, που, που, που. Τώρα τι κατάλαβες που άνοιξες το στόμα σου κι τα θυμήθηκες όλα; Αφού σου 'χα πει, κρύψε τα κι ας σε τρώνε, κι ας βλέπεις την σάρκα σου κομματιασμένη από τα κοφτερά ερωτηματικά, κι ας πονάνε οι φωνητικές σου χορδές απ' τις τόσες άηχες κραυγές. Αφού σου είχα πει, πως αν θες να μην πονάς πρέπει να αγνοείς, να μην δίνεις βάση, να ρίχνεις λίγο χώμα πάνω απ'τις στιγμές, ίσα ίσα να τις σκεπάσεις κι να μην χρειάζεται να τις βλέπεις κάθε ώρα και στιγμή. Δεν με άκουσες όμως, κι κοίτα τι έγινε τώρα. Ναι, και γω τον βλέπω. Είναι ακριβώς μπροστά σου, στέκεται με όλη την αλήθεια που έχει κι όλο το ψέμμα που τον έντυσες με τον καιρό, σχεδόν τον μυθοποίησες, άλλωστε το βλέπεις κι εσύ τώρα, αφού σε τίποτε δεν θυμίζει εκείνον τον δικό σου, εκείνον τον ίδιο σου, εκείνον τον. Για να δω τώρα πως θα τον κρύψεις ξανά. Για να δω που θα βρεις την δύναμη και το κουράγιο να κλείσεις μια πόρτα που δεν έχει πόμολο κι κλειδαριά. Που με λίγη προσπάθεια, με λίγο δυνατό αεράκι ανοίγει ορθάνοιχτη κι μπαίνει μέσα όλη η γκρι σκόνη του "κάποτε". Να σε δω, αφού δεν με άκουσες κι τώρα να, οι πληγές σου όλες ξανάνοιξαν και γέμισες αίματα το καινούριο σου ρούχο. Πώς να σε βοηθήσω, πες μου; Τι να κάνω για να γιατρέψω την πληγή σου; Ποιά θεραπεία θα βοηθήσει έστω κι πρόσκαιρα, αφού ξέρουμε κι οι δυο πως είναι θέμα χρόνου να τρέχω πάλι με γάζες να σε δένω; Έλα κλείσε τα μάτια σου, ηρέμησε, μην βλέπεις. Προσπάθησε να κοιτάς, αλλά να μην βλέπεις. Να παρατηρείς, αλλά να μην ξεχωρίζεις. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Ηρέμησε, δεν ήταν τίποτα, όνειρο είναι, μην το σκέφτεσαι, μην θυμάσαι, μην, μην, μην. Μάθε λίγο να σέβεσαι κι να καταλαβαίνεις τις απαγορεύσεις μου, για το δικό σου καλό είναι. 
Άλλωστε, εγώ είμαι μυαλό κι ξέρω. 
Ενώ εσύ; Τι είσαι εσύ; 
Δεν είσαι παρά μια καρδιά που νιώθεις.




Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Λέξεις

Έγινα η λέξη που ξέχασαν τα χείλη σου. Οι στιγμές εκείνες που κουράστηκες να κουβαλάς, κι πέταξες μακρυά σου. Ξέρω, φοβάσαι ακόμα μην σε μολύνει η ίδια η γλυκύτητα σου. Πότε θα πάψεις να τρέμεις τον ίδιο σου τον εαυτό; Και η αδυναμία να φανείς σκληρός, είναι κομμάτι σου. Δεν γίνεται να νικήσεις τα "θέλω" μάτια μου, όσες μάχες κι αν δώσεις. Να τα καλύψεις πρόχειρα, επιπόλαια, ναι. Αυτό γίνεται. Μα, δεν έχεις ιδέα πως θεριεύουν μετά. Πίστεψέ με, τα 'χω αντικρίσει κατάματα. 
Έγινα το "ήταν" σου, κι ας έμαθα να ζω μέσα από τα "είναι" σου. Έγινα το παρελθόν εκείνο που καταχωνιασμένο ξεθωριάζει, μέχρις ότου να μείνει μονάχα η στάχτη του στο τασάκι σου. Μην φοβάσαι όμως, με ακούς; Θα σου δανείσω όσες λέξεις θες, όσες προτάσεις χρειάζεσαι. Είναι που ο πόλεμος με τ' ανείπωτα είναι σκληρός κι αέναος. Είναι που η παραδοχή, είναι απ' τους μεγαλύτερους φόβους μας. Άλλαξα, μα αυτό ήδη το ξέρεις. Και τώρα, δεν δύνασαι να βρεις την άκρη τούτου του μίτου. Τώρα δεν έχεις τρόπο να βάλεις τελεία, ή έστω κόμμα. Ερωτηματικά έχεις γιομίσει το χαρτί, κι είναι τόσο έντονα που μπορώ να τα ακούσω. Δεν βαριέσαι, όμως. Σάμπως τα δικά μου απαντήθηκαν ποτέ; 


Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Κλωστές.

Μα το δέλεαρ, μάτια μου, ακόμα να το βρεις; 
Τάχα δεν βλέπεις την κλωστή που μας κρατά ενωμένους;
Μην την κοιτάς έτσι περιφρονητικά,
άσε στην άκρη το εγώ σου.
Δεν την κόβει τούτη την κλωστή το "ποτέ ξανά",
μήτε το "τελευταία φορά".
Τίποτε δεν την κόβει.
Μην παλεύεις άδικα, άκου με που σου λέω.
Να 'ξερες μόνο τις μάχες που 'χω δώσει
να την χαλάσω την ρημάδα.
Πόσα μαχαίρια, πόσες λεπίδες.
Κι εκείνη εκεί, άφθαρτη.
Ανέγγιχτη.
Να με τραβά σιμά σου, 
να σε τραβά εδώ.
Το 'χεις νιώσει, δεν μπορεί.
Δεν δύναμαι να δεκτώ
το "όχι" σου τούτη την φορά.
Βλέπεις, πολλά πράγματα είναι γνωστά
χωρίς καν να βρεθεί λαλιά να τα προφέρει.
Ξέρω πως ξέρεις, 
κι εσύ ξέρεις πως ξέρω.
Μα, είναι στην φύση μας να κρύβουμε
όσα μας τρομάζουν.
Να τους γυρνάμε πλάτη κι να λέμε
πως δεν τα μάθαμε ποτέ.
Τι κι αν τα ξέραμε πιο καλά απ' τον καθένα;
Μόνο μέσω της διαστρεβλωμένης ανάμνησης
ανακουφίζεται πότε- πότε ο πόνος.
Κι το παράπονο ακόμη,
κάποτε κουράζεται κι θέλει να σωπάσει.
Πιάσε την κλωστή μόνο αν μπορείς,
σε παρακαλώ,
γιατί την πατάς καθώς σου μιλαώ.
Όχι πως θέλω να σε ξεβολέψω,
αλλά, να,
είναι που πάλι ξέχασες 
πως η κλωστή υπάρχει.
Είναι που στην άλλη άκρη της
πάλι ξεχνάς πως είμαι εγώ.






https://www.youtube.com/watch?v=bpOSxM0rNPM


Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Πεφταστέρια.

" Θα 'χει πεφταστέρια σήμερα, είπαν. Μα είναι ήδη τέσσερις το ξημέρωμα, κι δεν σαλεύει τίποτε. Ούτε εδώ, δίπλα μου, ούτε εκεί, στην σκοτεινιά της νύχτας. Έχει ψύχρα κι μυρίζει αλμύρα κι αλάτι. Σχεδόν καλοκαίρι, σχεδόν πρωί, σχεδόν Μάης. Σχεδόν, όχι τελείως, όχι ολότελα, όχι παντελώς. Στο μεταίχμιο. Τι εννοείς σου φαίνεται πως κάτι έχω; Μπα, η ιδέα σου θα είναι. Ίσως βέβαια κι να έχω κάτι. Ναι, έχω κάτι, θα είμαι ειλικρινής. Αυτό που έχω, είναι ότι δεν σε έχω. Γιατί με κοιτάς έτσι; Δεν σου αρέσει η ειλικρίνεια; Πόσο κουράστηκα το μυστικό, το ψέμα, την υποκρισία. Δεν έχω λόγο να κρυφτώ πίσω απ' το δάχτυλό μου, δεν φοβάμαι την αντίδρασή σου, δεν σου ζητώ τίποτε. Απαντώ όσο πιο αληθινά μπορώ σ' 'ο, τι με ρωτάς. Αν τόσο σε τρομοκρατεί και σε παγώνει η αλήθεια μου, μπορείς να φύγεις. Πάντως σε σκέφτομαι. Κι αυτό είναι που με τρώει. Μου ξεσκίζει την σάρκα η ανάμνησή σου. Σαν να παλεύει το μικρό 'κείνο κομμάτι του τότε να βγει απ' την καρδιά μου, να ανοίξει το στέρνο μου κι να γυρέψει να σε βρει, να σε αγγίξει. Μην με κοιτάς έτσι. Σου είπα, σιχάθηκα. Σιχάθηκα να περιορίζομαι στα πλαίσια του ευγενικού, στα πλαίσια του πρέπει. Και στην τελική, ποιος ορίζει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να σου πω, τώρα που σε έχω μπροστά μου; Μόνο η καρδιά το ορίζει. Δεν πρόκειται να γίνω ζυγαριά, όμως. Να το ξέρεις. Τι κι αν αντέχεις μόνο το λίγο; Θα σου μιλήσω για το πολύ. Κι αν δεν δύνασαι να με παρακολουθήσεις περαιτέρω, μπορείς να φύγεις. Όχι όμως προτού τα πούμε όλα. Όχι. Γιατί τα τυπικά λόγια είναι άνοστα και ανούσια. Εγώ θέλω να ξέρω το πιο σκοτεινό σοκάκι του μυαλού σου, όχι δυο - τρεις σκόρπιες αναμνήσεις σου από χθες, το 'χεις; Ακόμη δεν βλέπω πεφταστέρια. Να 'ξερες πόσο αδημονούσα. Μα εσύ δεν έχεις ιδέα. Εσύ, δεν μπορείς να καταλάβεις. Εσύ.  Εσύ που μου κράταγες το χέρι σφιχτά, δεν ντράπηκες να μου μελανιάσεις τα δάχτυλα προκειμένου να σ' αφήσω. Εσύ που με κρατούσες στην αγκαλιά σου, δεν σκέφτηκες προτού με σπρώξεις μακρυά. Τώρα, πες μου, πόσο καλή συντροφιά σου κρατάει το εγώ σου; Δεν μπορώ να ξέρω, βλέπεις. Σαν έφτασες κάπου στον ορίζοντα, τα μάτια μου σ΄έχασαν. Κι, δεν έμεινε τίποτε να μαρτυρά το εμείς, τίποτε να θυμίζει το εσύ. Μόνο ένα χαραγμένο δέντρο, κι κάτι σκόρπιες υποσχέσεις. Τι είπες; Α, ναι. Ακόμα να δεις πεφταστέρια. Δεν πειράζει, κάποια στιγμή θα τα δούμε, που θα πάει. Όμως αρκετά για απόψε, ας μην μιλήσουμε άλλο. Μονάχα την θέρμη σου θέλω να αισθανθώ. Πεθύμησα τον ήχο της αναπνοιάς σου. Ξάπλωσε εδώ, φαίνεται καλύτερα ο ουρανός. Κράτα μου κι το χέρι. Πιο σφιχτά.
Τι εννοείς είναι αργά; Δεν θέλω να φύγω ακόμα, περιμένω. 
Τι εννοείς τι περιμένω; Τα πεφταστέρια. Το πρώτο για να κάνω μια ευχή, κι το τελευταίο για να μου χαμογελάσει.
Πιάσε μου το χέρι, τώρα, έτσι σφιχτά. Καλύτερα τώρα; Ναι, έχεις δίκιο. Πολύ καλύτερα.

Πολύ πολύ καλύτερα. "










Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Παιχνίδι μυαλού.

Έρχεσαι ακόμη στ' όνειρά μου
κι ποθείς να τα στοιχειώσεις.
Σε θορρώ να με κοιτάς στα μάτια
κι να σπάζεις την ψυχή μου,
άκαρδα, άσπλαχνα, αναίσχυντα.
Όμοιος με αερικό, δίχως υπόσταση, δίχως υφή,
σαν ανάμνηση παλιά και σκουριασμένη.

Πότε θα πάψεις να αρέσκεσαι
να με διαλύεις στα δύο; 

Ξυπνώ και η φιγούρα σου 
σαν να ναι ξεχασμένη,
ξέμεινε στο δίπλα μαξιλάρι,
ξέφυγε απ' τους λογισμούς μου,
κι ξανά παλεύει να μ' αγγίξει.

Μα τα χέρια της με απωθούν, 
με τρομάζουν.
Χώνω τα νύχια στην σάρκα μου,
τα μπήγω μέχρι το μεδούλι,
μήπως κι καταφέρω 
να σε διώξω - να ξυπνήσω.

Με κοιτάς κι γελάς - ή κλαίς; -
δεν μπορώ να διακρίνω.
Μόνο τα μάτια σου είναι ξεκάθαρα πια,
κι λίγα απομεινάρια απ΄την φωνή σου.

Τίποτε περισσότερο 
τίποτε λιγότερο
απ' το 
παρ 'ολίγον τίποτε,


Έρχεσαι ακόμη στ' όνειρά μου,
εν αγνοία σου με στοιχειώνεις.
Ξυπνώ κι ο ιδρώτας τρέχει, 
η ανάσα μου κοφτή.

Κι κάθε τέτοιο επόμενο πρωί
αναρωτιέμαι
άραγε να δες το ίδιο όνειρο
αντεστραμμένο επαρκώς;






Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

αστερόσκονη.

Βγήκαμε πριν λίγες μέρες μεγάλη παρέα κι πήγαμε στο στέκι, ξέρεις, το γνωστό. Κάτσαμε για μπύρες κι σχολιάζαμε την μουσική. Είχε καλή μουσική εκείνη την φορά. Ίσως οι καλύτερες επιλογές κομματιών που έχω ακούσει εκεί μέσα. Μετά μας έπιασε την κουβέντα ο μπάρμαν. Μας έλεγε αρχικά για την δουλειά, πως δεν πάει πια κόσμος, πως σκέφτεται να τα βροντήξει όλα κι να φύγει. Μετά άρχισε να μας λέει για την πρώην του, που την ήθελε πίσω μα 'κείνη είχε κόψει κάθε επαφή μαζί του. 
"Αφού πολλές φορές ρε σεις δεν ξέρω αν όντως υπήρξε. Σας λέω, έχει εξαφανιστεί. Έχω τόσο καιρό να δω τα μάτια της, που μερικές στιγμές σταματώ κι συλλογίζομαι αν ήταν πράσινα ή μπλε. Θέλω να την δω, δεν γίνεται να μην θυμάμαι τι χρώμα μάτια έχει. Μα έλα που δεν την βρίσκω πουθενά. Γη και ουρανό γύρισα, όλους τους φίλους της βρήκα, κι πάλι κενό. Κανείς δεν λέει τίποτα. Είναι σκληροί οι άνθρωποι τελικά μερικές φορές. Έρμαια. Σε βλέπουν να πέφτεις στα πατώματα κι αντί να σε σηκώσουν, σε πατάνε πιο κάτω, θαρρείς κι έτσι ψηλώνουν εκείνοι. Για την πάρτη τους όλοι. Για τον εαυτούλη τους, και τίποτε άλλο."
Μας κέρασε δυο - τρεις γύρες σφηνάκια, κι αρχίσαμε όλοι να λέμε ιστορίες, νέα, επιθυμίες. Θα 'χε πάει πέντε το πρωί. Κάπου στις 6 το μαγαζί θα 'κλεινε, κι είχαμε απομείνει όλοι κι όλοι γύρω στα 10 άτομα. Δεν ξέρω πως, μα δεν την είχα προσέξει πιο πριν στην πόλη. Μπήκε με δύο φίλες της στο μαγαζί, κι ήταν λες κι έφερε άλλο αέρα μέσα. Έμεινα να την κοιτάω, αλήθεια σου λέω. Τέτοιο σκάλωμα δεν θυμάμαι να 'χω ξαναζήσει. Μάλλον κοιτούσα πολύ ξεκάρφωτα, γιατί σαν συναντήθηκαν οι ματιές μας μου χαμογέλασε. Κάθισαν στο απέναντι τραπέζι κι παρήγγειλαν γλυκό κρασί. Εκείνη έκατσε ακριβώς απέναντί μου. Λέω, δεν είναι αληθινή, δεν γίνεται μια κοπέλα να με τραβάει τόσο ολοκληρωτικά, τόσο άμεσα κι εύκολα.
Δεν μπορούσα να σταματήσω να την κοιτάω. Στην συζήτηση δεν ξαναπήρα μέρος, μόνο μην με ρωτήσεις τι είπαν, δεν έχω ιδέα. Κάποια στιγμή, θα χε περάσει κανένα μισάωρο, σηκώθηκαν οι υπόλοιποι να φύγουν. Ξέρω πως έπρεπε να την πλησιάσω, να της μιλήσω, μα ένιωθα σαν να μου είχαν κοπεί τα πόδια. Πάλι καλά, ένας από μας πλησίασε την φίλη της και της πρότεινε να πάμε όλοι μαζί βόλτα. Δεν το πίστευα όταν τις είδα όντως να σηκώνονται κι να έρχονται μαζί μας. Σου λέω, λέξη δεν έβγαλα απ' όταν μπήκε εκείνη στο μαγαζί, κιχ. Λες και μου είχε κοπεί η λαλιά. Δεν ξέρω τι έπαθα, δεν μπορώ να καταλάβω, δεν μπορώ να το εξηγήσω.
Είχε πανσέληνο κι πήγαμε για περπάτημα στο παλιό λιμάνι. Σε καμιά ώρα θα ξημέρωνε. Κάτσαμε όλοι μαζί κάπου στα βραχάκια, κι εκείνη πάνω που την έψαχνα, ήρθε κι κάθισε δίπλα μου. "Δεν μιλάς και πολύ, ε;" μου είπε και γέλασε. Το γέλιο της με σάστισε ακόμη πιο πολύ. Ούτε να της μιλήσω σωστά δεν μπορούσα. Τραύλιζα, έλεγα ανοησίες, κοίταζα τα χέρια μου. Δεν ξέρω πως κατάφερε να με κάνει να χαλαρώσω. Μου μιλούσε για εκείνη, για το τι της αρέσει, για τα μέρη που θέλει να πάει, κι ήταν λες κι έβρισκα στα λόγια της κομμάτια μου. 
Κόντευε 6 κι ακόμη να προβάλλει ο ήλιος. Απορροφημένοι απ' την συζήτησή μας δεν καταλάβαμε πως πέρασε η ώρα. Τέτοια συζήτηση, αλήθεια σου λέω, δεν έχω ξανακάνει με  άνθρωπο. Να θες να μάθεις τα πάντα για τον άλλο σε μια στιγμή. Να θες να ξέρεις τα πιο κρυφά του όνειρα, τις πιο φλογερές του αναμνήσεις. Να νιώθεις πως πρέπει να τον μάθεις, πως δεν έχεις επιλογή, πως είναι ζωτική ανάγκη. 
Τα παιδιά σε κάποια στιγμή σηκώθηκαν να φύγουν, θα έφευγαν και οι φίλες της. Ήθελαν να γυρίσουν πριν νυχτώσει. Εκείνη είχε ξαπλώσει στο στήθος μου κι κοιτούσε τον ουρανό. Φαινόταν να μετράει τα αστέρια. Καθώς σηκωνόταν να φύγουν, γύρισε και με κοίταξε μες στα μάτια. "Ξέρεις τι είναι πολύ ωραίο; Να φιλάς τον άλλο στο απόλυτο σκοτάδι." Το βλέμμα της γυάλιζε. "Να ψάχνεις με την αφή να βρεις τα χείλη του, κι αφού τα βρίσκεις, να αφήνεις την αίσθηση αυτή να σε καθοδηγεί. Το έχεις δοκιμάσει ποτέ;" 
Δεν περίμενα το πόσο θα την ποθούσα. Πήρα το πρόσωπό της στα χέρια μου και καθώς έφευγαν τα παιδιά τους έκανα νόημα πως δεν θα γυρνούσα μαζί τους.

"Α, παιδιά! Ο τελευταίος να σβήσει τα αστέρια!" τους φώναξα, κι έφερα τα χείλη της στα δικά μου.



Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Αποσπερίτης

Τώρα, αγάπη μου, όλα είν' αλλιώς.
Τώρα, όλα έχουν αλλάξει.
Δεν στο 'μαθαν; 
Δεν υπάρχουν αμιγώς ειλικρινή συναισθήματα.
Πάντα μια υποψία απάτης κρύβεται από πίσω.
Άλλωστε, είμαστε άνθρωποι.
Άλλωστε κάνουμε λάθη.

Όχι, μην φοβάσαι.
Άργησα μα κατάλαβα.
Εσένα κατάλαβα.
Τις σκέψεις σου, τις βλέψεις σου,
τις επιθυμίες κι τους φόβους.
Μάταια πάλευα να σκίσω 
τα μαύρα πέπλα της καρδιάς σου.
Άδικα.
Μάτωσα τα χέρια μου, 
τα έγδαρα, τα λάβωσα,
μα οι ρημάδες 
είναι απ' ατσάλι.
Κι εσύ; 

Εσύ με έβλεπες καθισμένος 
στην μεγάλη μαύρη καρέκλα
σου.
Φορούσες κορώνα τον εγωισμό 
κι για μπέρτα διάλεξες 
την πιο φίνα ματαιοδοξία.
Πες μου, 
πώς είναι να σε δικαιώνεις,
πώς είναι να σε δικαιολογείς ;
Κοιτάς τον καθρέπτη κι του χαμογελάς,
αγγίζεις με τ' ακροδάκτυλά σου απαλά
τ' είδωλο που αντανακλάται,
Πώς είναι να σε κανακεύεις;
Πες μου.

Βλέπεις, εγώ κάθε φορά 
έμπηγα σκέψεις-μαχαίρια 
μέχρι το μεδούλι.
Κι έλεγα, όσο σε πόνεσα,
τόσο πρέπει να πονέσω.
Δεν ήξερα τότε.
Τώρα ξέρω.

Μην σκας, 
ακόμη με θυμίζω.
Όσο κι αν αδυνατείς
πια
να με διαβάσεις 
πίσω από τις ίδιες μου τις λέξεις.
Άραγε το κατάφερες ποτέ;

Κι αφού πέταξα τις ταμπέλες,
τις ετικέτες,
τις ταυτότητες,
ξεκίνησα με γυμνά πόδια 
για την θάλασσα.

Ξάπλωσα κι έσβησα
ό,τι είχε απομείνει.

Μόνο ο αποσπερίτης έμεινε στο νου μου.
Να τον κοιτώ επίμονα
κι ν' αναρωτιέμαι
αν θυμάται όλα κείνα
που ανά καιρούς του έχω πει.


Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Στάχτες.

Γύρισε σπίτι κι πέταξε με δύναμη τα κλειδιά στο τραπέζι. Την είδε. Είχε περάσει καιρός απ 'όταν τα μάτια της τον κοιτούσαν, κι νόμιζε πως την είχε ξεπεράσει. Του μίλησε κι ένιωσε την καρδιά του κομματιασμένη στον ήχο της φωνής της. Ίδια φωνή, με διαφορετική χροιά. Πήγε με βαρύ βήμα μέχρι το υπνοδωμάτιο κι ξάπλωσε, κοιτάζοντας το ταβάνι. Το κεφάλι του τον πονούσε από το αλκοόλ κι τα χείλη του έκαιγαν. Ένιωθε βαρύ τον λαιμό του από τα τσιγάρα κι τον καπνό. Είχε σταματήσει να ρωτάει για 'κείνη, να την αναζητά. Είχε δεχτεί την απουσία της, είχε μάθει να ζει με την σιωπή κι το κενό της. Μα, είναι αυτό το ξεχωριστό, αυτό το διαφορετικό συναίσθημα που μόνο μαζί της αποκτά. Σαν ανυπομονησία, σαν προσμονή κι ενθουσιασμό για κάτι. Αυτό το "κάτι", ποτέ δεν κατόρθωσε να το αποκρυπτογραφήσει. Το μυαλό του γέμισε αναμνήσεις. Τότε που την είχε αγκαλιά στο παγκάκι. Κρύο κι υγρασία, φθινόπωρο. Την άκουγε να του μιλάει για μέρη μακρινά, για πράγματα ξένα. Κι αυτός την έσφιγγε πάνω του όλο κι πιο πολύ, μέχρι που του παραπονέθηκε πως την πονάει. Είναι που, παρόλο που ένιωθε την θέρμη της, παρόλο που το σαγόνι του ήταν πάνω στα μαλλιά της κι τα χέρια τους μπλεγμένα, εκείνος ένιωθε πως δεν ήταν αρκετό. Του έλειπε ακόμη κι όταν ήταν μαζί του,κάτι που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Την εξάρτηση από ένα άτομο, την ανάγκη να μοιράζεσαι κάθε στιγμή μαζί του κι να έχεις την τύχη να βλέπεις ο, τι εκείνο, να δημιουργείς κοινές αναμνήσεις. Τον πονούσε το στήθος του ξαφνικά, λες και η ενθύμησή της ξύπνησε κι προσπαθούσε να βγει απ ΄την καρδιά του, να πάρει μορφή κι να ξαπλώσει δίπλα του. Πήρε μια βαθιά ανάσα, το δωμάτιο συνεχώς μίκραινε, τώρα εκείνη ήταν παντού, ήταν εκεί, τον κοιτούσε, του χαμογελούσε, κι το δωμάτιο όλο κι μίκραινε, τους έφερνε πιο κοντά, τώρα ήταν σχεδόν δίπλα, μα αν συνέχιζε έτσι κι οι δυο θα χανόταν, πως να το σταματούσε, δεν γίνεται, εκείνη τον κοιτάει με παράπονο κι αρχίζει να κλαίει, τα μάτια της του ζητάνε ευθύνες, δεν τον αφήνουν να σκεφτεί, τον αποσπούν, τον ζαλίζουν.

Ανοίγει τα μάτια. Αποκοιμήθηκε μάλλον. Το πρόσωπό του είναι ιδρωμένο, κι τα χέρια του δυο σφιχτές γροθιές. Ανοίγει το συρτάρι κι ψάχνει. Βγάζει το χαρτί, κιτρινισμένο κι τσαλακωμένο. Είναι που πάντα το διάβαζε, κι κάθε φορά το έκανε μια μπάλα κι το πετούσε πίσω μέσα στο συρτάρι. Ήθελε να την θυμηθεί, ένιωθε την ανάγκη να την νιώσει κοντά του. Μα, μετά το μετάνιωνε. Κι το παραμόρφωνε, σε μια προσπάθεια να παραμορφώσει την ίδια. Αυτή την φορά το έπιασε απαλά, κι το ίσιωσε ώστε να το διαβάσει. Οι λέξεις δημιουργούσαν πολύχρωμα τοπία στο μυαλό του, κι τον μετέφεραν σε άλλα μέρη, σε άλλο χρόνο. Στο τότε.

Δεν είχε μείνει τίποτε. Όχι, δεν ένιωθε κακία. Άλλωστε, γιατί να νιώθει κάτι το αρνητικό; Τίποτα. Αυτό ακριβώς. Ένα κενό, ένα μηδενικό, μια ουδέτερη κι στάσιμη κατάσταση. Ανασηκώθηκε κι έψαξε στην τσέπη του τζιν του για αναπτήρα. Δίπλωσε, έπειτα, το χαρτί στα δυο κι το έπιασε από την γωνία.

Τώρα, δεν υπήρχε τίποτε.
Μόνο λίγος καπνός.

Α, ναι.

Και στάχτη. 











Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

χειμερινή βραδιά.

Πήγε πέντε. Σιγά σιγά ξημερώνει. Πρέπει να γυρίσω σπίτι, να κοιμηθώ. Ναι, ήταν όμορφα. Βασικά, ήταν συνηθισμένα. Η ίδια μουσική, ο ίδιος χώρος. Ήταν καλά, τέλος πάντων. Φέρε μου το παλτό μου, έχω ξεπαγιάσει. Θα βγούμε στον δρόμο μόλις το φορέσω. Σε ευχαριστώ. Περίμενε λιγάκι - θέλω να χαζέψω λίγο το γνώριμο. Σαν να μην είναι το ίδιο, σαν να χει αλλάξει τούτο το μέρος. Αέρας αλλιώτικος κι ατμόσφαιρα ξένη. Μπα, μην δίνεις σημασία, μάλλον με ζάλισε το ποτό. Κοίτα, χιονίζει. Πόσο όμορφα είναι όταν χιονίζει. Δεν σου θυμίζει παραμύθι η όλη σκηνή; Όχι; Εμένα μου θυμίζει. Πέφτει τόσο αργά το χιόνι, τόσο απαλά. Κρύβει μέσα του κάτι το ουτοπικό. Κάτι το μακρινό κι άπιαστο. Τι λες; Πάμε μια βόλτα; Δεν θέλω να γυρίσω ακόμη, θέλω να χορέψω στην μέση της μικρής πλατείας. Δεν με νοιάζει που θα με κοιτάει ο κόσμος. Άλλωστε, πόσο κόσμο να έχει τέτοια ώρα; Χιόνισε, κι εγώ θέλω να χορέψω. Να πετάξω την ομπρέλα μου κι να νιώσω τις νιφάδες, κατάλευκες, να έρχονται σε αντίθεση με το σκούρο των μαλλιών μου. Θέλω να ουρλιάξω κι να μην σκέφτομαι ποιος μ' ακούει. Μπα, δεν ξέρω τι ακριβώς θέλω να πω. Ό,τι μου βγει εκείνη τη στιγμή, υποθέτω. Ίσως στίχο από τραγούδι, ίσως ένα όνομα. Ποιος ξέρει. Μα, αν δεν έρθεις να πάμε στην πλατεία, πώς θα ακούσεις; Όχι; Δεν θες; Καλά. Ας κάνουμε κάτι άλλο. Πάμε στο λιμάνι; Δεν με νοιάζει η κακοκαιρία σου λέω, θέλω να δω την θάλασσα. Σήκω να πάμε. Άντε πάλι. Δεν με πειράζουν τα κύματα, δεν με ενδιαφέρει αν θα γίνω μούσκεμα. Ίσως να θέλω αυτό. Να πέσει ένα κύμα πάνω μου πάνω που λέμε αστεία, κι να μας κάνει να γελάμε με την καρδιά μας. Έπειτα, θα γίνει μια ακόμα ιστορία για να λέμε, μια ανάμνηση που θα μας κάνει να χαμογελάμε στην ενθύμηση της. Σήκω, άντε. Σκέψου κι το άλλο! Αν μείνουμε εδώ, τι θα γίνει; Τι το διαφορετικό, τι το συναρπαστικό θα μας συμβεί σε αυτό το τραπέζι; Ναι, θα μιλήσουμε. Μα, όλο το βράδυ δεν μιλάμε; Θέλω στιγμές. Κατάλαβέ το. Σήκω σου λέω και μην φοβάσαι τα κύματα, μην φοβάσαι το κρύο. Μόνο την αδράνεια να φοβάσαι κι το κενό. Ναι θα βγω χωρίς το κασκόλ μου. Ναι, θέλω να νιώσω το κρύο να με διαπερνά. Δεν με πειράζει. Το μόνο που θα με πειράξει είναι να μείνουμε ακίνητοι εδώ, κάνοντας ξανά την ίδια συζήτηση. 
Πιάσε το χέρι μου. 
Σήμερα θα φωνάξουμε μαζί, θα γελάσουμε δυνατά κι θα χορέψουμε στην μέση της πλατείας.
Κοίτα τα μάτια μου. 
Είσαι έτοιμος; 
Πόσο μ' αρέσει να χαμογελάς.
Σφίξε μου το χέρι λίγο ακόμη,
Με το 3 θα τρέξουμε.
Ξέχνα την ομπρέλα.
1..
2..


..3 !