Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

ξέσπασμα ~

 Μίλησέ μου για αξίες και ιδανικά. Κράτα με αγκαλιά, κι μίλησέ μου για ένα καλύτερο κόσμο, πιο αξιοκρατικό, πιο ιδανικό, πιο όμορφο. Σιχάθηκα την βρωμιά που κρύβεται πίσω από την καθημερινότητά μας. Παντού αμάθεια ή ημιμάθεια. Μετά από τόσους αγώνες, από τόση προσπάθεια για δωρεάν παιδεία, έρχεται η αχαριστία. Δεν θέλει κανείς πια να μάθει, να καταλάβει, να ερμηνεύσει, να βρει. Αναμασούν όλοι τα ίδια, όπως τρώνε τα ζώα το σανό. Δεν αμφισβητούν, δεν απορούν, δεν αναλύουν. Γύρω μου χιλιάδες μικρά παπαγαλάκια, που τιτιβίζουν χαρούμενους σκοπούς για ελευθερία κι ευκαιρίες, λες κι το κλουβί που κατοικούν δεν μικραίνει συνεχώς, πνίγοντάς τα. 

 Για αυτό, σε παρακαλώ, πιάσε μου το χέρι κι πάμε σε μια μακρινή παραλία οι δυο μας. Να μην βλέπω κανένα τους, να μην χαραμίζομαι σε ανούσιο κουβεντολόι κι να μην μιλώ σε φερέφωνα κι τοίχους. Κοίτα τα μάτια τους λίγο, κοίτα. Το βλέπεις; Είναι άδεια. Είναι κενά. Πού πήγε η εσωτερική αναζήτηση; Πού πήγε η προσπάθεια; Η δίψα για μάθηση; Δεν νιώθω πως ταιριάζω στον κόσμο τους, με ακούς; Εγώ, ζω χωριστά. Σ’ ένα δικό μου, βγαλμένο από τις σελίδες των βιβλίων. Κοίτα με, τι βλέπεις; Απελπισία βλέπεις. Φωτιά, βλέπεις. Παίρνω το βιβλίο κι με κοιτάζουν υποτιμητικά, λες και το κάθε κινητό κι ο κάθε υπολογιστής τους κάνει ανώτερους. Τα βιβλία χάνονται, οι σελίδες κιτρινίζουν, κι τα ράφια γεμίζουν σκόνη. Μα, πώς; Πώς γίνεται να μην ποθούν την μυρωδιά εκείνη που αναδύεται μόλις γυρνάς σελίδα, πώς γίνεται να μην θέλουν ν’ αγγίξουν με τα ακροδάκτυλά τους τα χαραγμένα σύμβολα του κάθε κεφαλαίου, πώς; 

 Πότε χάθηκε η ευαισθησία, πότε σταμάτησαν να ονειρεύονται, πότε άρχισαν να συμβιβάζονται; Αν δεν παλεύεις για ιδανικά, για όνειρα, για να γίνεις καλύτερος, για να βοηθήσεις, τότε για τι παλεύεις; Τότε, για ποιόν παλεύεις; Δεν την μπορώ την νοοτροπία τους, πνίγομαι. Πνίγομαι σε έναν ωκεανό πανομοιοτυπίας. Όλοι ίδιοι. Ένα τεράστιο πλάσμα με αμέτρητα χέρια κι πόδια, που μοιράζεται τον ίδιο εγκέφαλο. Κι ο εγκέφαλος αυτός, όσο περνά ο καιρός μικραίνει. Τους φοβάμαι, μ’ ακούς; Δεν μοιράζεται κανείς τους την ίδια ανάγκη με μένα. Δεν ποθεί κανείς τους τ’ άπιαστο. Τώρα, δεν διαβάζουν πια βιβλία. Δεν χάνονται μέσα στις λέξεις που έγραψαν τόσοι. Την κληρονομιά της γνώσης, την δένουν με μια βαριά κοτρόνα κι την πετούν στ’ άδυτα των ωκεανών. Πλέον, δεν ονειρεύονται, δεν ποθούν. Κοιτάνε με τα μάτια του σώματος, κι ‘κείνα της ψυχής τα ΄χουν ασφαλισμένα- την άφησαν τυφλή κι αβοήθητη. Δεν ακούν τα «θέλω» που ουρλιάζουν κάθε βράδυ από τα μείχια της ψυχής αυτής; Δεν τα καταλαβαίνουν;

  Μην μου αφήσεις το χέρι, φοβάμαι. Κράτα με και μίλα μου, μίλα μου για κείνα τα όνειρα, για εκείνα τα «θέλω» που σου ψιθύρισαν ευχαριστήρια λόγια, μίλα μου για κείνους τους συγγραφείς που άφησαν την καρδιά τους πάνω σε λίγες σελίδες, κι τώρα οι αγαπημένοι τους ζουν αιώνια, μέσα από κάθε αναγνώστη. Μίλα μου, όσο μπορείς, δίχως να σταματάς, δίχως να διακόπτεις τον ειρμό σου, κι εγώ θα ΄μαι εδώ. Θα ΄μαι εδώ κι θα σ’ ακούω. 

 Έπρεπε να έβλεπες πως κοιτούν το χαρτί μου, το στυλό μου. Λες κι πάω ενάντια στην πρόοδο αν δεν γράψω σε πληκτρολόγιο, λες κι ζω σε άλλη εποχή κι δεν μπορούν να βρουν δίαυλο επικοινωνίας μαζί μου. Έπρεπε να άκουγες τι έλεγαν. Πόσο απαξιωτικά κι αδιάφορα μιλούσαν για όσα ταλανίζουν τον σημερινό κόσμο. Δεν νιώθουν τύψεις; Δεν καταλαβαίνουν πως έχουν ευθύνη σαν άνθρωποι όσον αφορά ορισμένα ζητήματα; Πώς, πες μου, πώς γίνεται ο κάθε ένας να ζει σε ένα χωριστό κόσμο κρυμμένο πίσω από τέσσερις τοίχους; Κι, αν συνεχίσει αυτό να συμβαίνει, πώς θα μιλάμε; Από πότε το πρόβλημα που αφορά εσένα δεν θα με επηρεάσει; Από πότε κείνο που με βασανίζει δεν θα καρφωθεί και στην δική σου συνείδηση; Πότε από συνάνθρωποι γίναμε απλά άτομα; Πες μου, γιατί άκρη μόνη μου δεν βρίσκω. 

 Τους άκουσα να μιλάνε για ποίηση, για λογοτεχνία, με λέξεις αισχρές, με βωμολοχίες. Μα, δίχως το ωραίο, δίχως το ρομαντικό, δίχως την έκφραση, πώς μιλάνε εκείνοι; Πώς μπορούν να βγάζουν τα βάρη της καρδιάς από μέσα τους, αν δεν διαβάσουν για κάτι αλλιώτικο, αν δεν τα μετουσιώσουν σε λέξεις; Πήγα να τους μιλήσω. Να ρωτήσω όλα κείνα που με κρατούν δέσμια της άγνοιας. Μιας διαφορετικής άγνοιας, ξεχωριστής. Της άγνοιας για ΄κείνους κι τον τρόπο σκέψης τους. 

 Προσπάθησα ν’ ανοίξω το στόμα μου μα δεν βγήκε ήχος, μόνο ένιωσα ένα γδάρσιμο να ματώνει όλο τον λαιμό μου. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου. Ο πόνος γινόταν όλο κι πιο επίμονος. Τ’ ανείπωτα είχαν στοιβαχτεί κι πάλευαν να βγουν. Οι γωνίες από τα γράμματα μου ξέσκιζαν το λαιμό, κι το αίμα έτρεχε δίχως σταματημό, ανεμπόδιστο κι πηχτό. 

 Έλα να πάμε σε κείνο το ακρογιάλι που μου ‘χεις πει. Σε κείνο που κολυμπάς, κι σαν βγεις αστράφτεις σαν αστέρι. Πάμε, κι μην φοβηθείς. Μόνο εγώ κι συ θα ‘μαστε. Μόνο εμείς. Μίλα μου, κι εγώ θα σ’ακούω, κι εγώ θα απαντώ.

 Μόνο, μην γίνεις σαν αυτούς.

 Μην γίνεις ποτέ σαν αυτούς.

 Μ’ ακούς;


 Ποτέ.





2 σχόλια: