Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

μονολογώντας ~

Σε είδα. Κάπου πίσω από την φωτισμένη βιτρίνα, δεξιά από την κόκκινη γιρλάντα. Σε είδα. Τα μάτια σου αντικατόπτριζαν τα πολύχρωμα φωτάκια, κι όσο άλλαζαν τα χρώματα, τόσο πιο πολύ γυάλιζαν εκείνα, τόσο πιο παιχνιδιάρικα κοιτούσαν. Δεν με είδες, μα, εγώ σε είδα. Κι έμεινα να σε κοιτάζω ώρα πολλή. Ξέρεις, άλλαξες. Τα πάντα πάνω σου άλλαξαν. Από το πρόσωπο κι το κορμί, μέχρι το σημαινόμενο που εκπέμπεις. Κι εγώ άλλαξα, πώς άλλωστε να έμενα το ίδιο; Τα είπαμε, μην τα ξαναλέμε. Ο πόνος κι το "χωρίς" σε κάνουν διαφορετικό. Ίσως να με είδες, μα να μην με αναγνώρισες. Για φαντάσου. Το περίμενες ποτέ; Αυτή την αδράνεια, αυτό το κρυφτό; Εγώ όχι. Ποτέ. Κι αν κάτι έχω μάθει τελικά, μιας κι το ανέφερα, είναι πως το "πάντα" κι το "ποτέ" είναι οι πιο ύπουλες, οι πιο αντιφατικές λέξεις. Ίσως μάλιστα να τις λέμε για να τις ακούσουμε εμείς οι ίδιοι, όντας άκρως εγωιστικά όντα, κι να μην απευθύνεται σε κανέναν άλλο. Ίσως να είναι ένας τρόπος να πείσουμε το "εγώ" μας ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ακόμη κι να προκαθορίσουμε το μέλλον. Πόσο αφελής εικασία. Πόσο ανόητη σκέψη. Ναι, αλήθεια σε είδα. Το άρωμά σου μόνο δεν έχει αλλάξει. Ακόμη το ίδιο, λες κι κρατά κάτι από την ταυτότητά σου αυτό το μπουκαλάκι. Άραγε, θα παρατηρούσες ότι το δικό μου είναι διαφορετικό; Άραγε, θα στεκόσουν ποτέ κρυμμένος πίσω από μια βιτρίνα να με παρατηρείς, όπως κάνω εγώ αυτή τη στιγμή; Σε κοιτώ κι δεν μπορώ να βρω απάντηση. Είναι που δυσκολεύομαι πια να σε καταλάβω όπως τότε. Ήσουν ένα ανοιχτό βιβλίο για μένα. Τώρα; Τώρα μια λευκή σελίδα, δίχως την παραμικρή κηλίδα μελάνι, ανέγγιχτη. Δεν ξέρω πια τι καφέ πίνεις, αλήθεια, πώς τον προτιμάς; Ακόμη μέτριο; Δεν ξέρω τι σε προβληματίζει, τι σε ευχαριστεί. Τίποτε δεν ξέρω. Σε είδα, κι το χαμόγελό σου έκρυβε κάτι από πόνο. Κάτι από θλίψη μακρινή, που σφηνωμένη στην καρδιά σου ακόμη δεν σ' αφήνει ν' ανασάνεις. Πήρες το δώρο στο χέρι κι το κράτησες σφιχτά, ευχαριστημένος με την αγορά σου. Θα έβγαινες από το μαγαζί κι θα με έβλεπες, γαμώτο. Δεν θέλω να με δεις, δεν τον θέλω τον τυπικό χαιρετισμό σου, δεν την θέλω την ψεύτικη μάσκα που φοράς. Πιο πολύ δεν θέλω αυτό το βλέμμα που ανταλλάζουμε, που λέει όσα δεν λέμε εμείς, δεν το γουστάρω πια. Κόλλησα την πλάτη μου στον τοίχο, κι το με το βλέμμα μου τάχα ατένιζα την φωτισμένη πόλη. Βγήκες, το κατάλαβα από το άρωμα. Σου έχω πει πόσο ωραίο άρωμα είναι; Πέρασες ευθεία μπροστά, δίχως να με παρατηρήσεις. Την γλίτωσα, πάλι καλά. Από τι κρύβομαι; Από σένα; Πόσο χαζό. Για ποιο λόγο άλλωστε; Μήπως να σε προλάβω καθώς απομακρύνεσαι, κι να σου πω " στάσου, άσε με να σε κοιτώ για λίγο ακόμη." Πάλι χαζές σκέψεις, ξανά. Ξανά. Λες κι είσαι μέσα στο μυαλό μου κι μ' ακούς σ'αυτό το μονόλογο της τρέλας, σταματάς απότομα. Γυρνάς λες κι ψάχνεις κάτι. Το βλέμμα σου σταματά στο δικό μου.

Πάλι τα είπαμε όλα, γαμώτο.






Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ολοκαύτωμα.

Ανούσια λόγια
ψεύτικα
κίβδηλα
μελανά.

Η βρωμιά που κρύβουν
αναδίδεται,
κι γιομίζει το δωμάτιο
μια δόση μπαρούτι
κι μια καπνού,
πόλεμος. 

Κρυφές ματιές
παλεύουν να φωνάξουν
κραυγάζουν
"πάψτε,
φτάνει πια,
αυτό το τίποτε, 
αυτό το ποτέ."

Μα τα λόγια 
τις πνίγουν,
τις ματώνουν
κι το σκοτωμένο αίμα
τρέχει πηχτό στο πάτωμα,
κάτω από τις πλαστές 
υποσχέσεις.

Το βλέπεις πώς στάζει,
ρυθμικά κι ασταμάτητα; 

Πες μου πως το βλέπεις.

Πήρα ένα κεράκι 
απ' αυτά που φέγγουν 
λιγοστό κι αχνό φως.

Το τοποθέτησα κάτω
απ' το σαγόνι
κι περίμενα.

Περίμενα να καώ, 
να πονέσω τόσο
που τ' ανείπωτα να μην αντέξουν.
Να ξεκρεμαστούν απ' τις
φωνητικές μου χορδές
κι να βγουν απ' τα χείλη μου.

Να έρθουν στα δικά σου.























Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

ξέσπασμα ~

 Μίλησέ μου για αξίες και ιδανικά. Κράτα με αγκαλιά, κι μίλησέ μου για ένα καλύτερο κόσμο, πιο αξιοκρατικό, πιο ιδανικό, πιο όμορφο. Σιχάθηκα την βρωμιά που κρύβεται πίσω από την καθημερινότητά μας. Παντού αμάθεια ή ημιμάθεια. Μετά από τόσους αγώνες, από τόση προσπάθεια για δωρεάν παιδεία, έρχεται η αχαριστία. Δεν θέλει κανείς πια να μάθει, να καταλάβει, να ερμηνεύσει, να βρει. Αναμασούν όλοι τα ίδια, όπως τρώνε τα ζώα το σανό. Δεν αμφισβητούν, δεν απορούν, δεν αναλύουν. Γύρω μου χιλιάδες μικρά παπαγαλάκια, που τιτιβίζουν χαρούμενους σκοπούς για ελευθερία κι ευκαιρίες, λες κι το κλουβί που κατοικούν δεν μικραίνει συνεχώς, πνίγοντάς τα. 

 Για αυτό, σε παρακαλώ, πιάσε μου το χέρι κι πάμε σε μια μακρινή παραλία οι δυο μας. Να μην βλέπω κανένα τους, να μην χαραμίζομαι σε ανούσιο κουβεντολόι κι να μην μιλώ σε φερέφωνα κι τοίχους. Κοίτα τα μάτια τους λίγο, κοίτα. Το βλέπεις; Είναι άδεια. Είναι κενά. Πού πήγε η εσωτερική αναζήτηση; Πού πήγε η προσπάθεια; Η δίψα για μάθηση; Δεν νιώθω πως ταιριάζω στον κόσμο τους, με ακούς; Εγώ, ζω χωριστά. Σ’ ένα δικό μου, βγαλμένο από τις σελίδες των βιβλίων. Κοίτα με, τι βλέπεις; Απελπισία βλέπεις. Φωτιά, βλέπεις. Παίρνω το βιβλίο κι με κοιτάζουν υποτιμητικά, λες και το κάθε κινητό κι ο κάθε υπολογιστής τους κάνει ανώτερους. Τα βιβλία χάνονται, οι σελίδες κιτρινίζουν, κι τα ράφια γεμίζουν σκόνη. Μα, πώς; Πώς γίνεται να μην ποθούν την μυρωδιά εκείνη που αναδύεται μόλις γυρνάς σελίδα, πώς γίνεται να μην θέλουν ν’ αγγίξουν με τα ακροδάκτυλά τους τα χαραγμένα σύμβολα του κάθε κεφαλαίου, πώς; 

 Πότε χάθηκε η ευαισθησία, πότε σταμάτησαν να ονειρεύονται, πότε άρχισαν να συμβιβάζονται; Αν δεν παλεύεις για ιδανικά, για όνειρα, για να γίνεις καλύτερος, για να βοηθήσεις, τότε για τι παλεύεις; Τότε, για ποιόν παλεύεις; Δεν την μπορώ την νοοτροπία τους, πνίγομαι. Πνίγομαι σε έναν ωκεανό πανομοιοτυπίας. Όλοι ίδιοι. Ένα τεράστιο πλάσμα με αμέτρητα χέρια κι πόδια, που μοιράζεται τον ίδιο εγκέφαλο. Κι ο εγκέφαλος αυτός, όσο περνά ο καιρός μικραίνει. Τους φοβάμαι, μ’ ακούς; Δεν μοιράζεται κανείς τους την ίδια ανάγκη με μένα. Δεν ποθεί κανείς τους τ’ άπιαστο. Τώρα, δεν διαβάζουν πια βιβλία. Δεν χάνονται μέσα στις λέξεις που έγραψαν τόσοι. Την κληρονομιά της γνώσης, την δένουν με μια βαριά κοτρόνα κι την πετούν στ’ άδυτα των ωκεανών. Πλέον, δεν ονειρεύονται, δεν ποθούν. Κοιτάνε με τα μάτια του σώματος, κι ‘κείνα της ψυχής τα ΄χουν ασφαλισμένα- την άφησαν τυφλή κι αβοήθητη. Δεν ακούν τα «θέλω» που ουρλιάζουν κάθε βράδυ από τα μείχια της ψυχής αυτής; Δεν τα καταλαβαίνουν;

  Μην μου αφήσεις το χέρι, φοβάμαι. Κράτα με και μίλα μου, μίλα μου για κείνα τα όνειρα, για εκείνα τα «θέλω» που σου ψιθύρισαν ευχαριστήρια λόγια, μίλα μου για κείνους τους συγγραφείς που άφησαν την καρδιά τους πάνω σε λίγες σελίδες, κι τώρα οι αγαπημένοι τους ζουν αιώνια, μέσα από κάθε αναγνώστη. Μίλα μου, όσο μπορείς, δίχως να σταματάς, δίχως να διακόπτεις τον ειρμό σου, κι εγώ θα ΄μαι εδώ. Θα ΄μαι εδώ κι θα σ’ ακούω. 

 Έπρεπε να έβλεπες πως κοιτούν το χαρτί μου, το στυλό μου. Λες κι πάω ενάντια στην πρόοδο αν δεν γράψω σε πληκτρολόγιο, λες κι ζω σε άλλη εποχή κι δεν μπορούν να βρουν δίαυλο επικοινωνίας μαζί μου. Έπρεπε να άκουγες τι έλεγαν. Πόσο απαξιωτικά κι αδιάφορα μιλούσαν για όσα ταλανίζουν τον σημερινό κόσμο. Δεν νιώθουν τύψεις; Δεν καταλαβαίνουν πως έχουν ευθύνη σαν άνθρωποι όσον αφορά ορισμένα ζητήματα; Πώς, πες μου, πώς γίνεται ο κάθε ένας να ζει σε ένα χωριστό κόσμο κρυμμένο πίσω από τέσσερις τοίχους; Κι, αν συνεχίσει αυτό να συμβαίνει, πώς θα μιλάμε; Από πότε το πρόβλημα που αφορά εσένα δεν θα με επηρεάσει; Από πότε κείνο που με βασανίζει δεν θα καρφωθεί και στην δική σου συνείδηση; Πότε από συνάνθρωποι γίναμε απλά άτομα; Πες μου, γιατί άκρη μόνη μου δεν βρίσκω. 

 Τους άκουσα να μιλάνε για ποίηση, για λογοτεχνία, με λέξεις αισχρές, με βωμολοχίες. Μα, δίχως το ωραίο, δίχως το ρομαντικό, δίχως την έκφραση, πώς μιλάνε εκείνοι; Πώς μπορούν να βγάζουν τα βάρη της καρδιάς από μέσα τους, αν δεν διαβάσουν για κάτι αλλιώτικο, αν δεν τα μετουσιώσουν σε λέξεις; Πήγα να τους μιλήσω. Να ρωτήσω όλα κείνα που με κρατούν δέσμια της άγνοιας. Μιας διαφορετικής άγνοιας, ξεχωριστής. Της άγνοιας για ΄κείνους κι τον τρόπο σκέψης τους. 

 Προσπάθησα ν’ ανοίξω το στόμα μου μα δεν βγήκε ήχος, μόνο ένιωσα ένα γδάρσιμο να ματώνει όλο τον λαιμό μου. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου. Ο πόνος γινόταν όλο κι πιο επίμονος. Τ’ ανείπωτα είχαν στοιβαχτεί κι πάλευαν να βγουν. Οι γωνίες από τα γράμματα μου ξέσκιζαν το λαιμό, κι το αίμα έτρεχε δίχως σταματημό, ανεμπόδιστο κι πηχτό. 

 Έλα να πάμε σε κείνο το ακρογιάλι που μου ‘χεις πει. Σε κείνο που κολυμπάς, κι σαν βγεις αστράφτεις σαν αστέρι. Πάμε, κι μην φοβηθείς. Μόνο εγώ κι συ θα ‘μαστε. Μόνο εμείς. Μίλα μου, κι εγώ θα σ’ακούω, κι εγώ θα απαντώ.

 Μόνο, μην γίνεις σαν αυτούς.

 Μην γίνεις ποτέ σαν αυτούς.

 Μ’ ακούς;


 Ποτέ.





Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Τράπουλα.

Στενό κι σκούρο το τραπέζι.
Μεγάλες κι βαριές οι καρέκλες.
Κι εκείνοι,
εκείνοι κάθονται απέναντι.
Αντίπαλοι σ΄ένα παιχνίδι
που ΄ναι ήδη χαμένο,
ήδη λησμονημένο,
προτού καν ν΄αρχίσει.

Φλογερά βλέμματα
κρυμμένα πίσω
από πρόσωπα - μάσκες.
Αντιφατικές καταστάσεις,
ασύμμετρες μορφές.
Μα, κανείς δεν σηκώνεται.
Κανείς δεν παραιτείται.
Μονομάχοι που χτυπούν
ανελέητα
με διαδοχικές κινήσεις
ο ένας τον άλλο.

Κι, όλα αυτά, σιωπηλά.
Κρυφά. 
Ενωμένοι,
κάτω από το ίδιο μυστικό.

Τα φύλλα της τράπουλας,
μετρημένα,
50.
Κι αν προσθέσουμε
κι εκείνα
τα κρυμμένα 
στο μανίκι καθενός
εκ των δυο αντιπάλων,
θα βρούμε τ'αποτέλεσμα σωστό.

Φειδωλά χαμόγελα,
σιγουριά,
αυτοπεποίθηση.
Ανούσια, όλα.
Αναίτια, όλα.
Άπιαστα, όλα.

Ρίχνουν μαζί
το πρώτο φύλλο,
κι το παιχνίδι
ξεκινά.

Αυτάρεσκα κοιτάζονται
μέσα στα μάτια,
με σιγουριά
αφοπλιστική.

Η τράπουλα όμως δεν κοιτά τίποτε.

Ανατρέπει.
Περιπλέκει,
Αποπροσανατολίζει.

Όλα τ' αποφασίζει κείνη.
Όλα αυτή τα καθορίζει.
Όλα.
Εκείνη,

Η τράπουλα.