Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

εφιάλτες

 Πετάχτηκε απότομα πάνω. Άρχισε να ανασαίνει άπλιστα τον αέρα, λες και τα πνευμόνια είχαν χάσει  τ'οξυγόνο τους . Έμεινε να κοιτάζει τον άσπρο τοίχο απέναντι. Το βλέμμα της, κενό. Πονούσε παντού. Τα μάτια της κατακόκκινα,υγρά από τα βουβά δάκρυα. Το κάτω χείλος της έτρεμε ακόμη. Το ψιλάφησε με την γλώσσα της κι ένιωσε μια περιέργη γεύση : αίμα κι αλάτι. Δαγκάθηκε, φαίνεται, για να μην ουρλιάξει. Έστρεψε το βλέμμα της προς τα κάτω. Τα χέρια της, δυο σφιχτές γροθιές. Κρατούσαν ακόμη το σεντόνι μέσα τους, με τόση δύναμη που τ' ακροδάχτυλά της είχαν ασπρίσει.

 Έφερε στο νου της όσα συνέβησαν, προσπαθώντας να τα βάλει σε μια σειρά. Είχε χάσει την γραμμικότητα του χρόνου. Αδυνατούσε να θυμηθεί. Λες κι το μυαλό της αρνιόταν πεισματικά να την αφήσει. Λες κι προσπαθούσε να την προστατέψει από κέινο που της προξένησε τόσο κακό. Λες κι.. λες κ' ήξερε. Αισθάνθηκε σαν χρονοταξιδιώτης, μόνο που κείνη ήταν ανήμπορη να γυρίσει πίσω στο "τότε".

 Τότε.. Η λέξη κι μόνο την έκανε να ανατριχιάσει. Ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την αιτία της αναστάτωσής της, το ένιωθε. Αναστάτωση. Πόσο αστεία ηχεί η λέξη αυτή. Πόσο κόσμια. Δεν περιέχει ίχνος από την φρικαλεότητα της πραγματικότητας που ζούσε κείνη τη στιγμή.

 Σταμάτησε τις σκέψεις που ξεπετάγονταν συνεχώς. Ήταν λες κι ο νους της έψαχνε προφάσεις, τρόπους, τεχνικές για να την κρατά προσηλωμένη σε κάτι άλλο. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της κι βάλθηκε να σχηματίζει την εικόνα εκείνη. Θύμιζε σκιαγράφιση από κάποιον δεξιοτέχνη ζωγράφο, έτσι όπως, σιγά σιγά, φανερώνονταν τα χαρακτηριστικά του. Κράτησε την αναπνοή της καθώς έμπαινε η τελευταία πινελιά. Πώς δεν το σκέφτηκε πιο πριν; Πώς δεν κατάλαβε;

 Ήταν εκείνος.

 Έπνιξε μια κραυγή κι ξέσπασε σ'αναφιλητά.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου