Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Κάτι Από Συντρίμμια

Ξύπνησε κι άνοιξε τις κουρτίνες. Έξω ο ουρανός ήταν γιομάτος γκρι σύννεφα. "Σαν εμένα" ψιθύρισε κι ήπιε μια γουλιά απ' τον καφέ του. Πλησίασε το γραφείο του αργά, νωχελικά. Θα έγραφε ένα βιβλίο για κείνη. Το σκεφτόταν καιρό, μα την απόφαση την πήρε μόλις το προηγούμενο βράδυ. Στην θύμηση αυτή ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά του. Πόσο καιρό είχε να την δει; Είχε αλλάξει πολύ. Εξέπεμπε ολόκληρη κάτι το λαμπερό, κάτι το ενθουσιώδες. Κι εκείνος; Το ίδιο όπως τότε, εκείνος. Πληγωμένος και μισός, εκείνος. Γκρι και συννεφιασμένος, εκείνος.

Πήρε το στυλό στο χέρι του κι άνοιξε το τετράδιο. Οι πρώτες λέξεις λειτούργησαν σαν αναλγητικό. Με κάθε φράση, ένιωθε πιο ανάλαφρος. Με κάθε πρόταση, ηρεμούσε. Σιγά σιγά, δεν υπήρχε τίποτε μέσα του να τον βαραίνει. Όλα τα συναισθήματά του, μεταμφιεσμένα σε μικροσκοπικά σύμβολα, ήταν πλέον αποτυπωμένα στο χαρτί. Έγραφε γρήγορα, δίχως σταματημό. Με τα μάτια του νου του, την έφερε μπροστά του; Τι θα της έλεγε; Πώς θα της μιλούσε; Οι σκέψεις του πότιζαν το τετράδιο. Ο πόνος τώρα ήταν λιγότερος, σχεδόν ανεκτός, για πρώτη φορά από τότε. Τώρα, δεν μπορούσε να σταματήσει. Τώρα, έπρεπε να της τα πει όλα. Τ' ανείπωτα εκείνα, που τον έπνιγαν ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα που περνούσε. Τώρα, δεν υπήρχε γυρισμός.

" Θυμάσαι; Πες μου πως θυμάσαι. Δεν γίνεται να τα έσβησες όλα. Απ' την καρδιά σου ίσως, άλλωστε μόνο μια κενή καρδιά μπορεί να προκαλέσει τόσο πόνο. Μια καρδιά που ,την στιγμή που πίστευα πως είχα γεμίσει με όμορφα χρώματα, παρέμενε πεισματικά άδεια, κάτασπρη, ανέγγιχτη. Το μυαλό όμως, δεν ξεχνά. Τι κι αν φύλαξες όλες μας τι αναμνήσεις σε κάποια γωνιά του νου σου, μου φτάνει να ξέρω πως υπάρχουν. Μου αρκεί να γνωρίζω πως κάποτε τα χέρια μας και οι σκέψεις μας ήταν ένα. 

Θυμάσαι; Σε γνώρισα στο ερειπωμένο σπίτι, δίπλα στο παλιό καφενείο. Τόσο καιρό στην ίδια πόλη, μα δεν συναντηθήκαμε ποτέ. Κι όμως, όταν σε είδα σε αναγνώρισα. Σαν να υπήρχες κάπου στα βάθη του νου μου, σαν να γνώριζα πως θα έρθει η στιγμή που θα ακούσω την φωνή σου. Να 'ξερες πόσο μ'αρέσει η φωνή σου : γλυκιά κι απαιτητική. Σαν εσένα. Σε είδα που κοιτούσες με απορία το σπίτι. Οι περισσότεροι το απέφευγαν, άλλαζαν δρόμο ή πεζοδρόμιο. " Είναι στοιχειωμένο, δεν είναι καλό το σπίτι τούτο." λέγαν όλοι. Μα εσύ, εσύ είσαι σαν εμένα. Γι' αυτό άλλωστε εκεί βρεθήκαμε πρώτη φορά. Εσύ θες ρίσκο και αλήθειες. Δεν συμβιβάζεσαι με ανυποστήρικτα "όχι" κι με άλογα "απαγορεύεται". Εσύ κι εγώ, είμαστε το ίδιο. Πότε θα το δεις;

Θυμάσαι; Εκείνο το βράδυ. Πλέον το σπίτι αυτό ήταν το μέρος μας. "Πάμε σπίτι μας;" μου έλεγες κι γελούσες. Μου λείπει το γέλιο σου. Πηγαίναμε στην ταράτσα, κι είχαμε την καλύτερη θέα. Πόσο κοντά στον ουρανό νιώθαμε.. Λες κι αν άπλωνες το χέρι σου θα έπιανες τα άστρα. "Γιατί σου αρέσει τόσο αυτό το μέρος;" σε ρώτησα ένα καλοκαιρινό βράδυ. "Γιατί είναι εγκαταλελειμμένο. Γιατί τα συντρίμμια έχουν κάτι το θελκτικό, δεν νομίζεις; Σε καλούν να αναζητήσεις, να ανακαλύψεις τι τα οδήγησε στην κατάσταση αυτή. Μου θυμίζουν τους ανθρώπους. Όλα κουβαλάνε μια ιστορία, κι εγώ σκοπεύω να την βρω. Να την ξεθάψω. Μερικές φορές, καλό είναι να κοιτάς πίσω από τις στάχτες. Τότε μόνο θα βρεις την φωτιά."

Έπειτα, ήρθε το φιλί. Εκεί, πάλι. Κάτω από τη σελήνη. Εκεί, στο αγαπημένο σου σημείο. Δεν μπορεί να μην υπήρξε τίποτε. Δεν μπορεί να τα διέγραψες όλα. Αρνούμαι να το αποδεκτώ. Διότι, αν το πιστέψω, θα οδηγηθώ στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε τίποτε ποτέ. Πως όλα ήταν μονόπλευρα, χάλκινα, κίβδηλα. Πες μου, τι να κρατήσω απ' τα φιλιά σου; Την αγάπη, τον έρωτα; Μα, δεν ξέρω πια τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Τα λόγια σου, κάποτε μου έδιναν δύναμη και κουράγιο. Δεν πίστευα πως τα ίδια, λίγο αργότερα θα με μαχαίρωναν δίχως έλεος, δίχως σταματημό.

Πιο πολύ με πονάει η απουσία σου. Πηγαίνω συνεχώς να σε βρω στην ταράτσα μας. Αναβαίνω την σκάλα αργά. Βλέπεις, η θύμησή σου, η θύμησή μας με καταβάλει. Κάθε σκαλί με βαραίνει πιο πολύ, κι το μόνο που με βοηθάει να φτάσω στην κορυφή είναι η ελπίδα. Εκείνο το "ίσως" που τόσο καιρό φέρνει βόλτες στο μυαλό μου. 

Πέρασε ο καιρός, θυμάσαι; Μετά το τελευταίο σου "αντίο" δεν σε ξανάδα. Είχε κάτι το οριστικό η τελευταία μας συνάντηση, κάτι το αμετάκλητο. Δεν βρεθήκαμε για μήνες. Σιγά σιγά, ξεθώριαζε το χαμόγελό σου. Σιγά σιγά, ξεθύμαινε το άρωμά σου. Σιγά σιγά, απομακρυνόσουν ολόκληρη. 

Δεν ξέρω γιατί πήγα εκείνο το βράδυ στην ταράτσα. Ένιωσα την ανάγκη να βρεθώ σε συντρίμμια, ν' αγγίξω ξανά τ'αστέρια. Κι όταν ανέβηκα και το τελευταίο σκαλί, νόμιζα πως είδα λάθος. Πόσες φορές, άλλωστε, σε είχε πλάσει η φαντασία μου; Πόσες φορές, εν αγνοία σου, δεν με συντρόφευες στα όνειρά μου; Μόνο σαν με κοίταξες βεβαιώθηκα πως είσαι 'συ. Τα μάτια σου μου ζητούσαν κάτι, ξανά. Ποτέ δεν μπόρεσα να το βρω. Κι όταν μιλήσαμε, ήταν όπως τότε. Μόνο που, δεν ήσουν εσύ. Και δεν ήμουν εγώ. Γνωριστήκαμε ξανά, δυο καινούριοι άνθρωποι.

Δεν σε κατηγορώ. Τώρα πια καταλαβαίνω. Τώρα πια ξέρω.  Τα μάτια σου τόσο καιρό προσπαθούσαν να μου μιλήσουν, μα δεν άκουγα. Μαγεμένος, δεν έψαξα ποτέ τίποτα πέρα από 'κείνο που μου 'δινες εσύ. Τώρα πια, έχω βρει την λύση του μυστηρίου, την άκρη του μίτου. Σου άρεσαν τα συντρίμμια, διότι σου θύμιζαν τον ίδιο σου τον εαυτό. Πάλευες να μου το πεις, μα είχα το μυαλό μου ερμητικά κλειστό. Δεν πάλεψα να τα βρω, να τα ανακαλύψω. Δεν έψαξα την ιστορία που έκρυβαν πίσω τους, ούτε σκέφτηκα να πολεμήσω για να σε βγάλω απ' αυτά. Δεν με στοιχειώνει πλέον το "γιατί". Τώρα, έγινε "επειδή". Πλέον η απορία και το ενδεχόμενο δεν με πονούν - χαλάρωσαν τα δεσμά τους. 

Ένα μόνο πράγμα μένει να λύσω. Ένα μυστήριο που δεν περίμενα ποτέ να βρεθεί μπροστά μου. Πώς εσύ, που μου έμαθες να φτάνω στην φωτιά, με οδήγησες στην στάχτη. Πώς έγινες από ίαση, αρρώστια. Πώς από το γνώριμο κι ποθητό, έγινες τ' άγνωστο κι απόρθητο.

Κοίταξα μέσα μου σήμερα, και βρήκα συντρίμμια. Είχαν όλα τ'όνομά σου. 

Ήταν όλα, εσύ.



2 σχόλια:

  1. "Κοίταξα μέσα μου σήμερα, και βρήκα συντρίμμια. Είχαν όλα τ'όνομά σου.

    Ήταν όλα, εσύ."
    Από τα πιο δυνατά πράγματα που έχω διαβάσει. Γιατί όλοι μένουμε κολλημένοι.
    Και όλοι θυμόμαστε ένα πρόσωπο και 5-6 όμορφες στιγμές και τις κρατάμε κοντά μας, στην καρδιά μας, σα φυλακτό, και στο τέλος μας καταστρέφουν και δε μας αφήνουν να ζήσουμε τίποτε καινούριο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ πολύ για τα θετικά σου λόγια και για τον χρόνο που αφιέρωσες :)
      Ακριβώς αυτό. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου.
      Κάποια άτομα είναι σαν αρρώστια, που πρέπει να αποβάλλουμε για το καλό μας.

      Διαγραφή