Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

περί ονείρων

Πρώτα είδε την φιγούρα 'κείνη
όμοια με τη δική του,
σκυφτή, μελαγχολική.
Ποτισμένη με γκρι κι μαύρο.
Το βήμα του θύμιζε αγέρι φθινοπωρινό
κι το κρύο φάνταζε
να βγαίνει απ'τα βάθη
της -αμφισβητήσιμης- καρδιάς του.

Τον κοίταξε μ'όλο της το είναι,
ρουφώντας κάθε λεπτομέρεια,
κάθε ατελή τελειότητα.
Τα χέρια του φαινόταν κουρασμένα,
τα μάγουλά του λιγότερο ροδαλά.
Κι εκείνη πάλευε να ζωγραφίσει
τούτη την μορφή
στο εργαστήρι του μυαλού της.

Πέρασε δίπλα της ξυστά,
δίχως τα χείλη του να σχηματίσουν
το παραμικρό.
Καμιά κραυγή, κανένα ψίθυρο,
δεν τόλμησε να ξεστομίσει.

Το πανωφόρι του άγγιξε
τ' ακροδάχτυλά της,
κι αμέσως τα 'νιωσε να καίνε.

Μετά, ήρθε τ'άρωμα.
Πήρε μια γερή τζούρα, 
κι τ' άφησε να γεμίσει κάθε σημείο
των αδημονούντων πνευμόνων της.
Τώρα ανέπνεε όπως πρώτα,
απηλλαγμένη απ' την πίσσα 
που κουβαλούσε μέσα του
κείνο το τελευταίο "ποτέ".

Γοργός ο βηματισμός του.
Μια δόση αδιαφορίας κι μια λησμονιάς,
καθώς την προσπερνά.
Φεύγει, απομακρύνεται, χάνεται.
Χάθηκε.
Μα 'κείνη απέμεινε εκεί,
πεσμένη στα καφετιά τα φύλλα,
να προσμένει το "ξανά".

Απρόσμενα ανοίγουν τα ματόκλαδά της,
κι τα μάτια της γεμίζουν φως.
Το μαξιλάρι δίπλα άδειο,
κι στο πάτωμα κάτι σπασμένες ελπίδες
πλάι στα "υπόσχομαι" και "πάντα".
Τα μάζεψε κι τα 'βαλε στο συρτάρι
δίπλα στο "κι αν" της.
Όνειρο ήτανε. 









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου