Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Να σου πω μια ιστορία;

Η νύχτα ήταν κρύα κι η ομίχλη κυλούσε απαλά στους δρόμους, σαν κύμα μαγικό κι ξένο. Βγήκε στο μπαλκόνι της κι αφουγκράστηκε: σιωπή. Κάρφωσε το βλέμμα της στην θάλασσα. Δεν απείχε πολύ. Λίγα μέτρα μόνο. Η σελήνη την στόλιζε με το αχνό της φως. Έμεινε να την παρατηρεί, έτσι σκοτεινή κι άγρια, μέχρι που άκουσε βήματα. Γύρισε το κεφάλι της, κι στράφηκε προς την πηγή του ήχου. Τον είδε. Περπατούσε άφοβα κι αποφασιστικά στον έρημο δρόμο, με μόνη του συντροφιά την παγωνιά. Ο βηματισμός του ήταν γρήγορος κι ανήσυχος, σαν να είχε αργήσει.

Πλησίασε το μεγάλο πλατάνι μπροστά από το σπίτι, κάτω από το μπαλκόνι της. Μόλις έφτασε δίπλα του, σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά μερικές φορές, να βεβαιωθεί πως ήταν μόνος. Έπειτα, άρχισε να ψάχνει κάτι δίπλα από το δέντρο. Εκείνη, δεν κινήθηκε στιγμή. Έμεινε να στηρίζεται στα μπρούτζινα κάγκελα της βεράντας της, κρατώντας την ανάσα της, μην την καταλάβει κι φύγει. Για λίγη ώρα τον έκρυβε το φύλλωμα του δέντρου. Το μόνο που εξακολουθούσε να μαρτυρεί την παρουσία του, ήταν το τριζοβόλημα των ξεραμένων φύλλων. Λες και διαμαρτύρονταν για την αδιαφορία του προς εκείνα. Λες και ζητούσαν την προσοχή του.

Ξαφνικά, ένας μεταλλικός ήχος. Πάτησε στις μύτες των ποδιών της, κι κατάφερε να τον δει. Κρατούσε μια χρυσή σκάλα, με περίτεχνα σκαλίσματα στις άκρες της. Πού την βρήκε; Σε τι θα την χρειαζόταν; Πρώτη φορά της έβλεπε τέτοια όμορφη δημιουργία. Φάνταζε εξωπραγματική, βγαλμένη από όνειρο. Εκείνος έριξε μια τελευταία ματιά γύρω του, προτού αρχίσει να την ξεδιπλώνει. Ένα ένα, εμφανίζονταν όλο κι περισσότερα σκαλοπάτια, τα οποία κατευθύνονταν προς τον ουρανό. Μα, πώς γινόταν αυτό; Έτριψε τα μάτια της με το εσωτερικό των χεριών της : σίγουρα θα ονειρευόταν. 

Τα ξανάνοιξε. Όχι. Ήταν αλήθεια. Μαγεμένη τον είδε να ξεκινάει την ανάβαση, με βλέμμα αποφασιστικό. Κάτι δεν της φαινόταν σωστό όμως, κάτι δεν άρμοζε σε όλο αυτό το ονειρικό σκηνικό. Κοίταξε ξανά το πρόσωπό του. Τώρα, φωτισμένο από την ασημένια λάμψη του φεγγαριού, μπορούσε να το παρατηρήσει καλύτερα. Μα, κάτι διέκρινε στο βλέμμα του. Τα χείλη του ήταν σφιγμένα, σχεδόν ματωμένα από την πίεση που τους ασκούσε. Κι τα μάτια του, ήταν κόκκινα και θολά. "Πονάει" ο ψίθυρος της, όμοιος με παφλασμό κύματος, έδεσε με την ηρεμία της νύχτας.

Συνέχισε να τον ακολουθεί με το βλέμμα της, νιώθοντας την καρδιά της πιο βαριά, γεμάτη από την θλιμμένη του ματιά.    Λίγα λεπτά μετά σταμάτησε την ανάβαση. Ίσα που τον έβλεπε τώρα. Στένεψε τα μάτια της κι πίεσε τον εαυτό της να επικεντρωθεί μόνο στην φιγούρα του. Έτεινε το δεξί του χέρι, σαν να έψαχνε κάτι. Λίγο αργότερα έσφιξε την γροθιά του. Μα, τι έπιασε; Τι προσπαθούσε να τραβήξει κοντά του; Έκλεισε λίγο περισσότερο τα μάτια της σε μια προσπάθεια να εστιάσει καλύτερα. Δεν μπορεί. Όχι. Δεν γίνεται να. Ξανακοίταξε.

Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ήταν ένα μικρό σύννεφο. Έμοιαζε με βαμβάκι, ενώ σε άλλα σημεία έτεινε προς το λευκό κι σε άλλα προς το γκρι. Αφού το έφερε αρκετά κοντά του, στηρίχθηκε με τα χέρια του, κι κατάφερε να ανέβει. Ο αναστεναγμός του έκρυβε μια δόση ανακούφισης κι μια δόση ευτυχίας. Κάθισε κι έμεινε να αγναντεύει την θάλασσα, όπως κι εκείνη πριν από λίγο. Για 'κείνον όλο αυτό ήταν συνηθισμένο. Για 'κείνον, όλα αυτά ήταν η ζωή του. Συνέχιζε να τον κοιτάει. Ο αυχένας της άρχισε να διαμαρτύρεται- είχε πολύ ώρα στραμμένο το κεφάλι της στον ουρανό- μα δεν την ένοιαζε. 

Κατάλαβε πως σιγά σιγά σκοτείνιαζε ολοένα κι περισσότερο το βλέμμα του. Οι σκέψεις του τον πλάκωναν, χτυπήματα στην καρδιά κι το μυαλό του, τον έκλειναν μέσα τους κι δεν τον άφηναν να βγει. Μόνο μια ήταν η διέξοδος.

Πλησίασε τις παλάμες του μπροστά στα μάτια του, πάνω που εκείνα είχαν αρχίσει να βουρκώνουν. Έπειτα, τις άφησε εκεί. Το κλάμα του ήταν σιωπηλό κι ήσυχο. Δεν κράτησε πολύ. Το βλέμμα της ακολούθησε τα χέρια του, τα οποία δεν έκρυβαν πλέον τα - λαμπερά τώρα - μάτια του. Τον είδε να τα τοποθετεί προσεκτικά πάνω στο σύννεφο, ώστε να απορροφήσει όλη την υγρασία τους. 

Μια λάμψη ακολούθησε, σαν αστραπή, προτού αρχίσουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες. Το επιφώνημα ενθουσιασμού που ξέφυγε από τα χείλη της τον έκανε να στραφεί προς εκείνη. Μα, πώς δεν την είχε δει πιο πριν; Έστρεψε την σκάλα προς το μπαλκόνι της, κι άρχισε να κατεβαίνει τα χρυσά σκαλιά. Εκείνη δεν κινήθηκε στιγμή, ακόμη μαγεμένη και συνάμα τρομαγμένη από το θέαμα που εκτυλίχθηκε μπροστά της. Την πλησίασε και της έτεινε το χέρι του " Χαίρω πολύ" η φωνή του ήταν ευγενική και βαθιά, τα μάτια του σκούρο καφέ και μελί μαζί, της θύμιζαν φθινόπωρο. Του έδωσε το χέρι της διστακτικά.

Εκείνος της χαμογέλασε ζεστά κι αποκρίθηκε "Ονομάζομαι Βροχοποιός. Εσύ;"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου