Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

περί ονείρων

Πρώτα είδε την φιγούρα 'κείνη
όμοια με τη δική του,
σκυφτή, μελαγχολική.
Ποτισμένη με γκρι κι μαύρο.
Το βήμα του θύμιζε αγέρι φθινοπωρινό
κι το κρύο φάνταζε
να βγαίνει απ'τα βάθη
της -αμφισβητήσιμης- καρδιάς του.

Τον κοίταξε μ'όλο της το είναι,
ρουφώντας κάθε λεπτομέρεια,
κάθε ατελή τελειότητα.
Τα χέρια του φαινόταν κουρασμένα,
τα μάγουλά του λιγότερο ροδαλά.
Κι εκείνη πάλευε να ζωγραφίσει
τούτη την μορφή
στο εργαστήρι του μυαλού της.

Πέρασε δίπλα της ξυστά,
δίχως τα χείλη του να σχηματίσουν
το παραμικρό.
Καμιά κραυγή, κανένα ψίθυρο,
δεν τόλμησε να ξεστομίσει.

Το πανωφόρι του άγγιξε
τ' ακροδάχτυλά της,
κι αμέσως τα 'νιωσε να καίνε.

Μετά, ήρθε τ'άρωμα.
Πήρε μια γερή τζούρα, 
κι τ' άφησε να γεμίσει κάθε σημείο
των αδημονούντων πνευμόνων της.
Τώρα ανέπνεε όπως πρώτα,
απηλλαγμένη απ' την πίσσα 
που κουβαλούσε μέσα του
κείνο το τελευταίο "ποτέ".

Γοργός ο βηματισμός του.
Μια δόση αδιαφορίας κι μια λησμονιάς,
καθώς την προσπερνά.
Φεύγει, απομακρύνεται, χάνεται.
Χάθηκε.
Μα 'κείνη απέμεινε εκεί,
πεσμένη στα καφετιά τα φύλλα,
να προσμένει το "ξανά".

Απρόσμενα ανοίγουν τα ματόκλαδά της,
κι τα μάτια της γεμίζουν φως.
Το μαξιλάρι δίπλα άδειο,
κι στο πάτωμα κάτι σπασμένες ελπίδες
πλάι στα "υπόσχομαι" και "πάντα".
Τα μάζεψε κι τα 'βαλε στο συρτάρι
δίπλα στο "κι αν" της.
Όνειρο ήτανε. 









Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Να σου πω μια ιστορία;

Η νύχτα ήταν κρύα κι η ομίχλη κυλούσε απαλά στους δρόμους, σαν κύμα μαγικό κι ξένο. Βγήκε στο μπαλκόνι της κι αφουγκράστηκε: σιωπή. Κάρφωσε το βλέμμα της στην θάλασσα. Δεν απείχε πολύ. Λίγα μέτρα μόνο. Η σελήνη την στόλιζε με το αχνό της φως. Έμεινε να την παρατηρεί, έτσι σκοτεινή κι άγρια, μέχρι που άκουσε βήματα. Γύρισε το κεφάλι της, κι στράφηκε προς την πηγή του ήχου. Τον είδε. Περπατούσε άφοβα κι αποφασιστικά στον έρημο δρόμο, με μόνη του συντροφιά την παγωνιά. Ο βηματισμός του ήταν γρήγορος κι ανήσυχος, σαν να είχε αργήσει.

Πλησίασε το μεγάλο πλατάνι μπροστά από το σπίτι, κάτω από το μπαλκόνι της. Μόλις έφτασε δίπλα του, σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά μερικές φορές, να βεβαιωθεί πως ήταν μόνος. Έπειτα, άρχισε να ψάχνει κάτι δίπλα από το δέντρο. Εκείνη, δεν κινήθηκε στιγμή. Έμεινε να στηρίζεται στα μπρούτζινα κάγκελα της βεράντας της, κρατώντας την ανάσα της, μην την καταλάβει κι φύγει. Για λίγη ώρα τον έκρυβε το φύλλωμα του δέντρου. Το μόνο που εξακολουθούσε να μαρτυρεί την παρουσία του, ήταν το τριζοβόλημα των ξεραμένων φύλλων. Λες και διαμαρτύρονταν για την αδιαφορία του προς εκείνα. Λες και ζητούσαν την προσοχή του.

Ξαφνικά, ένας μεταλλικός ήχος. Πάτησε στις μύτες των ποδιών της, κι κατάφερε να τον δει. Κρατούσε μια χρυσή σκάλα, με περίτεχνα σκαλίσματα στις άκρες της. Πού την βρήκε; Σε τι θα την χρειαζόταν; Πρώτη φορά της έβλεπε τέτοια όμορφη δημιουργία. Φάνταζε εξωπραγματική, βγαλμένη από όνειρο. Εκείνος έριξε μια τελευταία ματιά γύρω του, προτού αρχίσει να την ξεδιπλώνει. Ένα ένα, εμφανίζονταν όλο κι περισσότερα σκαλοπάτια, τα οποία κατευθύνονταν προς τον ουρανό. Μα, πώς γινόταν αυτό; Έτριψε τα μάτια της με το εσωτερικό των χεριών της : σίγουρα θα ονειρευόταν. 

Τα ξανάνοιξε. Όχι. Ήταν αλήθεια. Μαγεμένη τον είδε να ξεκινάει την ανάβαση, με βλέμμα αποφασιστικό. Κάτι δεν της φαινόταν σωστό όμως, κάτι δεν άρμοζε σε όλο αυτό το ονειρικό σκηνικό. Κοίταξε ξανά το πρόσωπό του. Τώρα, φωτισμένο από την ασημένια λάμψη του φεγγαριού, μπορούσε να το παρατηρήσει καλύτερα. Μα, κάτι διέκρινε στο βλέμμα του. Τα χείλη του ήταν σφιγμένα, σχεδόν ματωμένα από την πίεση που τους ασκούσε. Κι τα μάτια του, ήταν κόκκινα και θολά. "Πονάει" ο ψίθυρος της, όμοιος με παφλασμό κύματος, έδεσε με την ηρεμία της νύχτας.

Συνέχισε να τον ακολουθεί με το βλέμμα της, νιώθοντας την καρδιά της πιο βαριά, γεμάτη από την θλιμμένη του ματιά.    Λίγα λεπτά μετά σταμάτησε την ανάβαση. Ίσα που τον έβλεπε τώρα. Στένεψε τα μάτια της κι πίεσε τον εαυτό της να επικεντρωθεί μόνο στην φιγούρα του. Έτεινε το δεξί του χέρι, σαν να έψαχνε κάτι. Λίγο αργότερα έσφιξε την γροθιά του. Μα, τι έπιασε; Τι προσπαθούσε να τραβήξει κοντά του; Έκλεισε λίγο περισσότερο τα μάτια της σε μια προσπάθεια να εστιάσει καλύτερα. Δεν μπορεί. Όχι. Δεν γίνεται να. Ξανακοίταξε.

Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ήταν ένα μικρό σύννεφο. Έμοιαζε με βαμβάκι, ενώ σε άλλα σημεία έτεινε προς το λευκό κι σε άλλα προς το γκρι. Αφού το έφερε αρκετά κοντά του, στηρίχθηκε με τα χέρια του, κι κατάφερε να ανέβει. Ο αναστεναγμός του έκρυβε μια δόση ανακούφισης κι μια δόση ευτυχίας. Κάθισε κι έμεινε να αγναντεύει την θάλασσα, όπως κι εκείνη πριν από λίγο. Για 'κείνον όλο αυτό ήταν συνηθισμένο. Για 'κείνον, όλα αυτά ήταν η ζωή του. Συνέχιζε να τον κοιτάει. Ο αυχένας της άρχισε να διαμαρτύρεται- είχε πολύ ώρα στραμμένο το κεφάλι της στον ουρανό- μα δεν την ένοιαζε. 

Κατάλαβε πως σιγά σιγά σκοτείνιαζε ολοένα κι περισσότερο το βλέμμα του. Οι σκέψεις του τον πλάκωναν, χτυπήματα στην καρδιά κι το μυαλό του, τον έκλειναν μέσα τους κι δεν τον άφηναν να βγει. Μόνο μια ήταν η διέξοδος.

Πλησίασε τις παλάμες του μπροστά στα μάτια του, πάνω που εκείνα είχαν αρχίσει να βουρκώνουν. Έπειτα, τις άφησε εκεί. Το κλάμα του ήταν σιωπηλό κι ήσυχο. Δεν κράτησε πολύ. Το βλέμμα της ακολούθησε τα χέρια του, τα οποία δεν έκρυβαν πλέον τα - λαμπερά τώρα - μάτια του. Τον είδε να τα τοποθετεί προσεκτικά πάνω στο σύννεφο, ώστε να απορροφήσει όλη την υγρασία τους. 

Μια λάμψη ακολούθησε, σαν αστραπή, προτού αρχίσουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες. Το επιφώνημα ενθουσιασμού που ξέφυγε από τα χείλη της τον έκανε να στραφεί προς εκείνη. Μα, πώς δεν την είχε δει πιο πριν; Έστρεψε την σκάλα προς το μπαλκόνι της, κι άρχισε να κατεβαίνει τα χρυσά σκαλιά. Εκείνη δεν κινήθηκε στιγμή, ακόμη μαγεμένη και συνάμα τρομαγμένη από το θέαμα που εκτυλίχθηκε μπροστά της. Την πλησίασε και της έτεινε το χέρι του " Χαίρω πολύ" η φωνή του ήταν ευγενική και βαθιά, τα μάτια του σκούρο καφέ και μελί μαζί, της θύμιζαν φθινόπωρο. Του έδωσε το χέρι της διστακτικά.

Εκείνος της χαμογέλασε ζεστά κι αποκρίθηκε "Ονομάζομαι Βροχοποιός. Εσύ;"


Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Οκτώβρης.

Την ξύπνησαν οι ηλιαχτίδες που διστακτικά έμπαιναν στο δωμάτιο από τα στόρια. Τα είχε ξεχάσει ανοιχτά φαίνεται το προηγούμενο βράδυ. Οκτώβρης. Παράξενος μήνας, ιδιαίτερος. Το προηγούμενο βράδυ την νανούρισαν οι βροντές. Το πρωί εκείνο την καλημέρισε ο ήλιος. 
Τον αγαπούσε τον Οκτώβρη. Της θύμιζε τον εαυτό της σε τεράστιο βαθμό. Έτσι κι εκείνη, ποτέ δεν καταστάλαζε κάπου. Ήταν ένα και πολλά άτομα μαζί. Ένα και πολλά μυαλά. Μια και πολλές καρδιές.
Σηκώθηκε και πλησίασε το περβάζι της. Ο τόπος μοσχοβολούσε : βρεγμένο χώμα. Αυτή την μυρωδιά δεν θα την άλλαζε με τίποτε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς της προκαλούσε, μα γιόμιζε ολάκερη με ένα γλυκόπικρο συναίσθημα. Καλοκαίρι και χειμώνας ήταν κλεισμένα στο στέρνο της και μάχονταν αδιάκοπα. Πότε κέρδιζε το ένα και πότε το άλλο. Άνοιξη και φθινόπωρο δεν υπήρχαν εκεί. Πάντα της άρεσαν τα άκρα. Κρύο ή ζέστη : ποτέ τίποτε χλιαρό. Ή να καίγεσαι ή να παγώνεις. Τίποτε ενδιάμεσο. Ή άσπρο ή μαύρο. Γιατί να συμβιβαστεί με το γκρί;
Οκτώβρης.
Κάτι είχε αυτός ο μήνας. Ξεχασμένες εικόνες, ξεθωριασμένα πρόσωπα πέρασαν από το μυαλό της σαν ταινία. Έμειναν βουβά, και την κοιτούσαν κατάματα για λίγο. Έπειτα γυρνούσαν κι έφευγαν από το πλάνο, λες και ήξεραν πως δεν υπήρχε λόγος να βρίσκονται εκεί. Λες και γύρευαν άλλους λογισμούς να τους φιλοξενήσουν. 
Οκτώβρης.
Είχε κάτι από αναμονή μέσα του. Κάτι από προσμονή. Κάτι από ενδεχόμενο. Σαν να απαντούσε στα πάντα "ίσως" με τον δικό του τρόπο. Κι εκείνη έμενε εκεί, στο περβάζι να κοιτάει την θάλασσα, όπως κάθε Οκτώβρη. Αγριεμένη, μα όχι μανιασμένη. Ούτε σιωπηλή, μα ούτε και θορυβώδης. Μοναδική. 
Οκτώβρης.
Μπήκε μέσα και έπιασε το στυλό της. Ήθελε να γράψει, το ένιωθε. Κάθε φορά το ένιωθε. Σαν ανάγκη να βγάλει από μέσα της κάποιο βάρος. Σαν υποχρέωση προς τις σκέψεις της, να τις βοηθήσει να κυλήσουν στο χαρτί, να τους δώσει υπόσταση. Ήθελε να χωρέσει λίγο από τον μήνα αυτό σε λέξεις.
Οκτώβρης.
Άφησε τις σκέψεις της να φύγουν. Ταξιδιάρικα πουλιά, που δεν αρέσκονται στο ίδιο μέρος για πολύ. Δεν μπορούν την μονοτονία και το σίγουρο. Μονίμως ερωτευμένα με το ρίσκο και την δυνατότητα. Συνοδοιπόροι του ονείρου. Πετάνε και σχηματίζουν λέξεις στον ουρανό. Τα βλέπει καθώς απομακρύνονται. "ΘΕΛΩ" προλαβαίνει να διαβάσει προτού αλλάξουν σχηματισμό. 
Φόρεσε την μαύρη πλεκτή ζακέτα και κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά. 
Πήγε να τα συναντήσει.

Άλλωστε είναι Οκτώβρης.