Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Αλμύρα

Για άλλη μια φορά πήγε στην θάλασσα.

Τούτη την εποχή, δεν την μπορούσε άλλο.
Της έμπηγε στο στέρνο ένα σουγιά η καθημερινότητα.
Η συνήθεια την κρατούσε απ' το λαιμό.
Κοίταξε γύρω της - χάος.
Η ανάσα της τώρα έβγαινε κοφτή• κομματιασμένη.
Γύρευε μια σανίδα σωτηρίας, οτιδήποτε.
Ούρλιαζε.
Ούρλιαζε για πολλή ώρα,
κι έπειτα,
σταμάτησε.
Άξαφνα, απρόσμενα, απρόοπτα.
Αφουγκράστηκε με προσοχή.
Μια απάντηση, μια φιγούρα, κάτι.
Οτιδήποτε.
Οποιοσδήποτε.
Πέρασε η ώρα, μα τίποτε δεν άλλαξε.
Σιγή.
Έλλειψη.
Αλλοτρίωση.

Μονάχα εκεί μπορούσε να ηρεμήσει.
Στην θάλασσα - μονάχα.
Βάδισε με γυμνά πέλματα πάνω στην βρεγμένη άμμο.
Η ψυχρά την διαπέρασε ολόκληρη.
Το κρύο έγινε φωτιά.
Καιγόταν.

Κράτησε την αναπνοή της
κι άκουγε τα κύματα.
Έπειτα, την συγχρόνισε.
Η ανάσα της - ο παφλασμός τους.

Τότε, έστρεψε το βλέμμα της σε 'κείνη.
Σκοτεινή και μαγική, 
όπως πάντα.
Μια σκούρα άβυσσος,
ντυμένη με το πέπλο,
τ'απείρου.

Μόνο μυστήριο.
Μόνο αινίγματα.

Κι όμως.
Κάπου στα τόσα ερωτηματικά, 
εκείνη βρήκε τις απαντήσεις της.

Κι όμως.
Παρά την τόση παγωνιά,
μεταμορφώθηκε σε φλόγα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου