Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Σκηνικά και παρασκήνια

"Ο,τι και να σου πω, δεν πρόκειται να με καταλάβεις. Είμαι απόλυτα σίγουρη για αυτό." 
Η φωνή της ακούστηκε δυνατή, σπάζοντας την σιωπή της νύχτας.
"Δεν περάζει όμως, εγώ θα προσπαθήσω. Ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει κάτι για να χαθεί. Φέρε μου λίγο πρώτα το τσιγάρο σου, θέλω μια τζούρα. Τι, μόνο εσύ θα κάνεις;" Το γέλιο της ήταν καθαρό, κρυστάλλινο. 
"Λοιπόν, από πού θες να ξεκινήσω; Τι εννοείς απ την αρχή; Δεν γίνεται αυτό. Είναι τόσο πολλά, που θα μας βρει εδώ το πρωί. Όχι, δεν έχω πρόβλημα, κοιτά μόνο να φτάσουν τα τσιγάρα. Καφέ να φτιάξω; Έχεις δίκιο. Καλύτερα το ποτό. Κολλάει περισσότερο." Τοποθέτησε την καρέκλα της πλάι στην δική του,το άρωμά της τον γέμισε ολόκληρο. Πώς έφτασαν εδώ;
Πώς, πότε και γιατί;
[...]
"Αυτά που λες. Ελπίζω τώρα να κατάλαβες. Όχι ; Δεν πειράζει. Μου φτάνει που ξέρεις. Στο είπα οτι θα βλέπαμε την αυγή. Καλημέρα λοιπόν, αφού πέρασε η καληνύχτα. Ωχ. Όχι, δεν έγινε κάτι, ηρέμησε. Ή, μάλλον, μην ηρεμήσεις. Βασικά κάνε ο,τι θες. Μην ακούς εμένα. Ναι, απ την νύστα δεν ξέρω τι λέω. Ή απλά εσύ δεν θέλεις να ακούσεις- δεν θέλεις να καταλάβεις. Άλλαξε αυτό το τραγούδι. Τι εννοείς γιατί; Γιατί έτσι. Το έχω συνδέσει με μέρη, στιγμές και καταστάσεις. Το περίμενα οτι θα το ξέρεις. Δεν αμφισβητώ- είναι όντως ωραίο. Απλά δεν το θέλω πια. Μην με κοιτάς έτσι. Δεν στο επιτρέπω. Εννόω με λαχτάρα και προσμονή• δεν θέλω. Φτάνει τόσο, αρκετά. Ας σηκωθούμε τώρα κι ας γυρίσουμε πίσω. Ναι, το εννοώ. Πότε θα μάθεις επιτέλους να διαβάζεις τα μάτια μου; Άσε, δεν υπάρχει λόγος." Οι κινήσεις και οι λέξεις της  τώρα ήταν απαλές, γλυκιές.

"Περίμενε λίγο, πριν φύγεις. Ξέχασες να πετάξεις το περιεχόμενο απ το τασάκι."

Την κοίταξε με απορία, κι έπειτα απάντησε με βαθιά φωνή.

"Απλές στάχτες είναι. Σιγά το πράγμα." 


Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Περί αληθείας και ψεύδους.

Έλα να μιλήσουμε για αλήθεια.
Καθαρή, αυτούσια, απόλυτη.
Διαφορετική από την δική σου, 
που κείτεται συγκαλυμένη
στους άβατους βάλτους της νωθρής σου σκέψης.

Έλα αγκαλιά με προφάσεις και δικαιολογίες,
σαν πρόσχημα της μιασμένης σου συνείδησης.
Παρέα με χιλιοπροβαρισμένους μονολόγους,
που διόρθωνες ξανά και ξανά,
καθώς στεκόσουν ακίνητος 
με το βλέμμα στηλωμένο 
στον σπασμένο σου καθρέπτη.
Το είδωλο που αντικατοπτρίζεται, όμως,
μην το εμπιστεύεσαι.

Είναι κίβδηλο.
Στέκεται εκεί και χαμογελάει δόλια,
με σκοτεινά και φλεγόμενα μάτια.
Σαν περίφανος παραχαράκτης
ευφραίνεται να γεμίζει τις μπαλωμένες ξένες τσέπες
με νομίσματα ανευ αξίας.
Άραγε ποιά κατηγορία δύναται κανείς να του προσάψει;
Ποιό επίθετο αρμόζει να τοποθετήσουμε πλάι στα αρχικά του;
Τί είναι, τέλος πάντων,αυτό που τον ξεχωρίζει;
Το σήμα κατατεθέν του;

Δόλιος, ή δειλός;




   
                             




Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Νύχτες καλοκαιρινές

Πήρε μια βαθιά τζούρα και κοίταξε τα αστέρια.
Η νύχτα ήταν δροσερή, με λίγο αεράκι.
Ακόμα μύριζε αλάτι από την θάλασσα.
Ακόμα ένιωθε καυτό το δέρμα από τον μεσημεριανό ήλιο.
Χαλάρωσε το σώμα της και γέμισε τα πνευμόνια της με γεύση βερίκοκο.
Ή μήπως ήταν ροδάκινο;
"Ο,τι και να 'ναι.." ο μονόλογος της βγήκε έξω με ένα ψίθυρο.

"Καλά, μιλάς μόνη σου;" την πλησίασε χαμογελαστός κι κάθησε στην διπλανή της καρέκλα.
"Μπορείς να το πεις κι έτσι" απάντησε αργά.
Κι άλλη τζούρα.
"Είναι πολύ όμορφη νύχτα. Και έχει όμορφο ουρανό, δες πόσο καθαρά μπορούμε να διακρίνουμε τα αστέρια." 
Εκείνος δεν της απάντησε.
Άκουγε την ανάσα του σταθερή και ηχηρή.
Ένιωθε τα μάτια του πάνω της, να την κοιτάνε εξεταστικά.
Εκείνη κράταγε το βλέμμα της ψηλά, κατευθείαν στον βραδινό ουρανό.
Απέφευγε τα μάτια του.
Δυνάμωσε την μουσική και ξεκίνησε να σιγοτραγουδάει.
"Δάκρυα που κυλησανε για σένα, γίνανε τραγούδια"
Σκόρπιες νότες και στίχοι ξεχύθηκαν παντού.
Κι εκείνη, συνέχιζε να σιγοτραγουδάει.
Μια έκλεινε τα μάτια της και μια τα άνοιγε.
Λες και φοβόταν να μείνει στις σκέψεις της. 
Λες και ήθελε να γυρίσει στο τώρα.

Δεν τον ενδιέφερε να καταλάβει τι νιώθει.
Αντιθέτως- ήθελε να διαβάσει τα αισθήματα του δίχως να την κοιτάξει.
Καλύτερα έτσι.
Μα εκείνη απέφευγε το βλέμμα του.
Δεν γύρισε στιγμή το κεφάλι της προς την μεριά του.
Κοιτούσε προς τα πάνω μόνο.
Τα αστέρια, μόνο. 
Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από κείνη.
Ο καπνός έβγαινε συνεχώς από το στόμα της.
Αργά, αισθησιακά.

Ήθελε να πλησιάσει περισσότερο.
Να αγγίξει τα χείλη της απαλά,
και να ρουφήξει μια τζούρα από κείνη.
Να γευτεί την γεύση ροδάκινο που πλανιόταν στον αέρα.
Ή μήπως ήταν βερίκοκο;

Οι πρώτες νότες από το επόμενο κομμάτι ξεπρόβαλαν κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της.
Τώρα ήταν εκείνος που τραγουδούσε χαμηλόφωνα, ασυναίσθητα.
"Ισως νιώθω πως κάπου υπάρχεις, κι ας είναι το κάπου μακρυά."

Εστρεψε κι εκείνος το βλέμμα στα αστέρια.
"Ισως η δική μου Ιθάκη να σου μοιάζει τελικά."