Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Chapter 10

Πέρασε το κατώφλι του μαγαζιού με αργές κινήσεις, και όλες οι αναμνήσεις ξεχύθηκαν μονομιάς. Σαν διαρρήκτης κι εκείνος θέλησε να κλέψει μερικές στιγμές μαζί της, έστω και παρελθοντικές. 
Καθώς πλησίαζε το σημείο οπού είχαν καθίσει, η αναπνοή του γρηγόρευε. Σαν να τα ζούσε όλα ξανά. Εκείνη ήταν εκεί, μπροστά του και γελούσαν παρέα. Το χέρι της κράταγε το χέρι του. Τα μάτια της συναντούσαν τα δικά του. Το άρωμά της τον γέμιζε ολόκληρο.
Ο ήχος του κινητού του τον επανέφερε στην πραγματικότητα. 

- έλα ρε, ναι βόλτα είμαι. Θα έρθω πιο μετά. Μιλάμε. 

Εκλεισε τα βλέφαρά του και μεταφέρθηκε ξανά στο παρελθόν. Καθόταν στην καρέκλα και είχε το ένα πόδι της πάνω στο άλλο. Επαιζε με τα μαλλιά της και κοιτούσε τα αστέρια. " έλα να τα μετρήσουμε" την παρότρυνε.

Ανοιξε τα μάτια του. Η καρέκλα μπροστά του ήταν άδεια, ο χώρος όλος δίχως εκείνη έμοιαζε κενός, ανούσιος. Άγγιξε το σημείο που είχε τα δάχτυλα της σε μια προσπάθεια να την νιώσει. Ανατρίχιασε.

Μα τι έκανε τέλος πάντων ; Κι αν ερχόταν κι εκείνη εκεί, τι θα της έλεγε ; Κι αν τον κοιτούσε; Πώς θα έφευγε αν τα μάτια της ήταν στραμμένα πάνω του ; 







Δεν ήξερε ποιά ανάγκη την οδήγησε εκείνη την μέρα σ'αυτό το μαγαζί. Είχε να πάει από τότε που.. Και να που γύριζε πάλι. Ήθελε να θυμηθεί το πρόσωπό του, τον τρόπο που την παρατηρούσε οταν μιλούσαν. Ήθελε να ξαναζήσει εκείνη την μέρα που προσπάθησαν να μετρήσουν τα άστρα. Ήθελε.. Αραγε εκείνος σκεφτόταν παρομοιως ποτέ; Αμφέβαλε. 

Ανέβηκε το σκαλοπατάκι και πέρασε το κατώφλι. Ησυχία επικρατούσε, δεν είχε κόσμο. Ηδη οι αναμνήσεις την κατέκλυζαν, εικόνες περνούσαν αστραπιαία από τα μάτια του νου της, βαραινοντας την αναπνοή της. Πλησίασε το τραπεζάκι κι είδε κάποιον να βρίσκεται ήδη εκεί. Της είχε γυρισμένη πλάτη. Γνώριμος φαινόταν ομως, κάπου τον ήξερε.. Όχι. Δεν μπορεί. Από τώρα τον δημιούργησε η φαντασία της ; Εμείνε να τον κοιτάει σαστισμένη.

Ενιωσε, φαίνεται, το βλέμμα της και γύρισε να δει την πηγή του. 

Μύρισε, φαίνεται, το άρωμά του και έκανε ενα βήμα προς το μέρος του.

Κοιτάχτηκαν, και τα μάτια τους έσταζαν λαχτάρα.

Κοιτάχτηκαν, και απο τα ματια τους έβγαιναν  φωτιές.

Κοιταχτηκαν.





Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Little stories vol. 2

Τι λέξεις να πω για να με ακούσεις ;
Με ποιές πράξεις μου θα πεισθείς ;

Την κοιτούσε στα μάτια καθώς μιλούσαν. Υπήρχε ένταση στην φωνή του. Πώς αλλιώς ; Αφού ένιωθε πως κινδύνευε να την χάσει. Όχι, δεν γινόταν να συμβαίνει αυτό. Ήταν ένα κακό όνειρο, τίποτε παραπάνω , έτσι ; Σε λίγο θα χτυπούσε το ξυπνητήρι του. Σε λίγο θα έβγαιναν μαζί βόλτα, πλάι πλάι. Σε λίγο.. Περίμενε και θα δεις. Οι σκέψεις του, σκόρπιες και θολές, αρνούνταν πεισματικά να μπουν σε κάποια σειρά. 

Δεν γίνεται να άλλαξες τόσο. 
Δεν γίνεται να μην θέλεις πια την αγκαλιά μου.
Δεν γίνεται, πες μου οτι έχω δίκιο !

Δεν του απαντούσε. Μόνο τον κοίταζε κατευθείαν μέσα στα μάτια, διαλύοντας τον. Κρατούσε την καρδια του στην παλάμη της και την πίεζε συνεχώς. Κάθε λεπτό από την σιωπή της, μια ακόμη μαχαιριά. Αστραπιαία, επίπονη, βαθιά. Μια φωνή στο κεφάλι του τον πρόσταζε να φύγει, να μην την ξαναδεί. Κάτι σαν ένστικτο επιβίωσης, κάτι που προσπαθούσε να σώσει ο,τι κομμάτια του είχαν απομείνει, πριν ποδοπατηθούν κι αυτά. 

Πώς γίνεται να θέλεις να φύγω ;
Πώς ; Αφου βλέπω οτι πονάς όσο κι εγω, γιατί να το κάνεις αυτό;

Τώρα η φωνή του δεν ήταν σταθερή. Οι λέξεις ηχούσαν πονεμένες. Απογοητευμένες. Αλλιώτικες.

Γιατί φοβάμαι.

Ο ψίθυρός της ίσα που ακούστηκε. 

Τι φοβάσαι ; Πες μου !



Την μέρα που θα θελήσεις να φύγεις εσύ.









Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Σκηνή 4η

Την κοιτούσε αρκετή ώρα. Πώς αλλιώς; Είχε κάτι πάνω της που τον τραβούσε. Την παρομοίαζε με το ποτό και την νικοτίνη στο μυαλό του - δεν μπορούσε μακρυά της. Από τις κινήσεις της φαινόταν οτι δεν ένιωθε άνετα , πως κάτι την απασχολούσε. Γύριζε στο χέρι της το ποτήρι με την βότκα συνεχώς. Κάπου κάπου, το άφηνε στο τραπέζι και έπαιζε με τα μαλλιά της. Μετά, σήκωνε τα μανίκια της μπλούζας, πρώτα το δεξί και μετά το αριστερό. Επειτα, έπιανε πάλι το ποτήρι στο χέρι της, γυρνώντας το γύρω γύρω. 

Στο μυαλό του άρχισαν σιγά σιγά να σχηματίζονται γνώριμες εικόνες. Σκηνικά από ηλιοβασίλεμα και πανσέληνο γέμιζαν τις σκέψεις του. Χέρια που κρατώνται σφιχτά, αλμυρά φιλιά πλάι στο κύμα και καθησυχαστικοί ψίθυροι. Οι τόσες εικόνες τον παρέσυραν μέσα τους. Τώρα περπατούσε πλάι της και παρατηρούσε τον τρόπο που κινούνταν τα χείλη της όταν γελούσε. Τώρα άκουγε την φωνή της να σπάει την σιωπή σε χιλιάδες μικρά κομματάκια. Τώρα άγγιζε το μάγουλό της - ζεστό και κόκκινο λόγω του καύσωνα. Τώρα την κοίταζε αχόρταγα ,καθώς σήκωνε το κεφάλι της για να τον καληνυχτίσει. Τώρα θα τον κοίταζε κατευθείαν στα μάτια. Τώρα, όπου να ναι, σε λίγο.


Αναστέναξε και έβγαλε από το νου της τις εικόνες. Τότε ήταν σε ενα παγκάκι και το χάραζε με το κλειδί που κρατούσε. Τότε έτρεχε μήπως και κερδίσει λίγο παραπάνω χρόνο. Τότε του κράταγε το χέρι, μην φοβηθεί το σκοτάδι και την ψύχρα. Τότε, κάποτε, ποτέ.


Αφησε το ποτήρι και σήκωσε το βλέμμα της από το τραπέζι. 

Κοίταξε δεξιά, κοντά στην πόρτα, και τον είδε να την κοιτάει. Το ήξερε αυτό το βλέμμα. Της θύμιζε κάτι μακρινό.

Κάτι σαν ηλιοβασίλεμα και πανσέληνο.

Κάτι σαν κύμα και άμμο.

Κάτι..





Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Περί σκέψεων

Κενές λέξεις και σκόρπιες φράσεις. 
Ματιές που χάθηκαν σταδιακά,
κι σκιά απουσίας κάτω απο το ανοιξιάτικο φεγγάρι.
Όνειρα στοιβαγμένα στους κάδους απορριμάτων, 
πλάι σε κίβδηλες υποσχέσεις.
Και μετα προβάλλεις εσύ, 
σαν οφθαλμαπάτη.
Ο χρόνος επιφέρει αλλαγή.
Μένεις για λίγη ώρα εκει κι έπειτα χάνεσαι ξανά,
συνεχως, αδιάκοπα, ανελλιπώς.
Σαν όνειρο. 
Μόνο που έμαθα πια να ξεχωρίζω το φανταστικό.
Βλέπεις, εκεί, τα πράγματα είναι αλλιώτικα.
Βλέπεις εκεί βασιλευει το υποσυνείδητο.
Το ενδεχόμενο.
Το ποθητο.
Το "θέλω".