Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

πρωινοί λογισμοί


<< Η μέρα έξω ήταν πολύ ζεστή. "Πλησιάζει καλοκαίρι" μονολόγησε και φόρεσε τα μαύρα γυαλιά ηλίου. Έξω οι καφετέριες είχαν πλημυρίσει από κόσμο. Παιδάκια φώναζαν, παρέες που γελούσαν.

"Θέλεις χαρτομάντιλα;" ακούστηκε η φωνή δίπλα από το τραπέζι. Το κοριτσάκι ήταν μικρό, γύρω στα 6. "Θέλεις;" ξαναρώτησε με έμφαση. Τα ρούχα του ήταν βρώμικα, κουρελιασμένα. Έπρεπε να είναι στο σχολείο τώρα, να κάνει διάλειμμα με τα άλλα παιδάκια. Έπρεπε να έχει στην τσάντα του ένα μπλε τετράδιο με μουτζούρες και σκόρπια γράμματα. Έπρεπε να μετράει από μέσα του μέχρι το 10, κάπου στο 6 να μπερδεύεται και να αρχίζει από την αρχή. Έπρεπε..

Όμως ήταν εκεί. Στην καφετέρια μπροστά της. Ξυπόλυτο και κουρασμένο, περνώντας τα πιο γλυκά και αθώα χρόνια παρέα με τα "δεν έχω λεφτά φύγε" και τα "παράτα με ήσυχο" των γύρω του. Ήταν εκεί, και τα μάτια του έδειχναν ότι είχε ήδη μπουχτίσει από απόρριψη και υποτίμηση.

"Θέλεις να σου πάρω κάτι να φας;" το ρώτησε απλά. "Θέλω". Τα μάτια του ήταν ακόμη δύσπιστα. Σηκώθηκε κι άρχισαν να περπατούν πλάι πλάι, μέχρι το κοντινότερο περίπτερο. Εκείνο προσπαθούσε να συγχρονιστεί με τον βηματισμό της. Ακολουθούσε τον ρυθμό της όσο πιο πιστά γινόταν.

"Λοιπόν; τι προτιμάς;" " Θέλω γιαουρτάκι φράουλα και τσίχλες φράουλα" είπε ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να  ανοίξει το ψυγείο. Το βοήθησε και τοποθέτησε στην μικρή αγκαλιά του το γιαουρτάκι.

"Σε ευχαριστώ" απάντησε και έτρεξε στο πιο κοντινό παγκάκι.

Χοροπηδούσε καθώς πήγαινε, χαρούμενο.

Όπως και το κοριτσάκι με το καινούριο φόρεμα λίγο πιο πέρα.

Όπως και το παιδάκι με την τσάντα και το μπλε τετράδιο.

Όπως. Όπως. Όπως. >>

άφησε τα δάχτυλά της μετέωρα πάνω από το πληκτρολόγιο για λίγο. Όχι, δεν της άρεσε. Δεν αποτύπωνε το πως ένιωσε, ούτε λίγο, ούτε κατά διάνοια. Αυτή την πληρότητα, την ζεστασιά αν δεν την νιώσεις δεν δύνασαι να την φανταστείς. Η ανάμνηση την κατέκλυσε ξανά. Το χαμόγελο στο πρόσωπό του κοριτσιού, ανεκτίμητο. Όχι, δεν μπορούσε να το αποδώσει πλήρως. Αντίθετα οι λέξεις έβγαιναν λειψές, κενές εν μέρη.

Μα πώς αλλιώς; Αφού κάποια πράγματα η γλώσσα δεν μπορεί να τα μιλήσει και το μελάνι δεν μπορεί να τα περιγράψει.

Ούτε επαρκώς, ούτε περίπου, ούτε λίγο.

Καθόλου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου