Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

episode 7

Η ταινία τέλειωσε κι εκείνος έμεινε σαστισμένος να κοιτάει την οθόνη.
Δεν κουνήθηκε καθώς τέλειωναν οι τίτλοι τέλους.
Δεν πήρε το βλέμμα του από εκεί.
Ώστε, έτσι συμβαίνει. 
Έτσι πρέπει να συμβεί.
Ορισμένες φορές πρέπει να αφήσεις κάποιες καταστάσεις στο παρελθόν.
Είναι σαν το γυαλί οι ανθρώπινες σχέσεις, λένε.
Άμα ραγίσουν, δύσκολα επανέρχονται στην αρχική τους μορφή.
Επομένως, έπρεπε κι ο ίδιος να προχωρήσει.
Σκέψεις κατέκλυζαν το μυαλό του.
Έκλεισε τον υπολογιστή και το δωμάτιο γέμισε σιωπή.
Οι τοίχοι σαν να στένεψαν.
Ολόκληρο το δωμάτιο σαν να μίκρυνε.

Έπρεπε να την ξεχάσει.
Να κόψει κάθε δεσμό μαζί της.
Μόνο έτσι θα προχωρούσε.

Διότι όσο εκείνη καθόριζε τους λογισμούς του,
πώς να συγκεντρωθεί στον ίδιο του τον εαυτό;

Όταν έκανε τα πάντα για να την έχει στο πλευρό του,
πώς να επικεντρωθεί στις δικές του ανάγκες;

Χρειαζόταν και ο ίδιος συναισθηματική κάλυψη, 
μα εκείνη δεν ήταν ποτέ εκεί.

Όχι, έπρεπε να την βγάλει από το μυαλό του.
Διότι ορισμένα άτομα είναι τοξικά, είναι βλαβερά.
Και αν συνεχίσεις να τα ακολουθείς, να προσπαθείς, να ελπίζεις,
ο μόνος που βγαίνει χαμένος στο τέλος είσαι εσύ.




-Καλύτερα να λείπεις, παρά να περισσεύεις, ψιθύρισε.




Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

ενθύμηση

Ήταν ήρεμος. 
Με μάτια σκοτεινά, μελαγχολικά.
Καθόταν στο παγκάκι μόνος, πίνοντας αργά τον καφέ του.
Κοιτούσε συχνά γύρω του. 
Δεξιά, αριστερά, τον ουρανό.
Περίεργη μέρα : η ζέστη αποπνικτική και ο ουρανός γκρίζος.
Κάποια στιγμή έβγαλε ένα μικρό βιβλίο από το σακίδιό του.
" Το υπόγειο - Ντοστογιέφσκι "
Ο τίτλος ξεχώριζε. Οι σελίδες ήταν κίτρινες, πολυδιαβασμένες.
Συνέχισε να πίνει τον καφέ του ενώ διάβαζε. 
Πάλι, μόνος του. Χωρίς συντροφιά.
Δεν μπορούσες να καταλάβεις από το πρόσωπό του τι ένιωθε.
Γενικά, υπάρχουν άτομα που μπορείς να καταλάβεις απευθείας.
Σαν ανοιχτό βιβλίο.
Υπάρχουν όμως κι άλλοι. Σαν κλειδωμένο κουτί.
Πρέπει να περάσεις πολύ χρόνο μαζί τους, να τους μελετήσεις.
Μόνο τότε θα μπορείς να υποστηρίξεις ότι τους ξέρεις.
Μόνο τότε.
Πάσχιζα να βρω ποιόν μου θύμιζε.
Αυτό που εξέπεμπε ήταν πολύ γνώριμο.

-Δεσποινίς τι θα πάρετε;
- εεε..

Το βλέμμα μου απευθείας στράφηκε πίσω στο παγκάκι.
Λες και περίμενα την γνώμη του.
Λες και περίμενα την συμβουλή του.
Ακόμη και σε ένα τόσο ασήμαντο ζήτημα.

Εκείνος όμως είχε φύγει.
Και το μόνο που είχε αφήσει ήταν το χάρτινο κουτάκι του καφέ.

Κι εγώ ακόμη προσπαθούσα να θυμηθώ.
Ποιόν μου θύμιζε.
Ποιόν. Ποίον. 




Ποιόν..; 











https://www.youtube.com/watch?v=r7rF2EZ0A_0

I've got summer on my mind *

Ανοίγει και ο καιρός τώρα, βλέπεις.
Ανεβάζουν ρολά τα μαγαζιά και γεμίζουν πολύχρωμα κοσμήματα και ρούχα.
Μυρίζει βάφλα με μπισκότο όλος ο δρόμος.
Όπως όταν πήγα για πρώτη φορά.

Σε λίγο καιρό θα γεμίσει και η παραλιακή.
Θα την διασχίζει κάθε μέρα πλήθος κόσμου.
Τα παιδάκια θα φωνάζουν ότι θέλουν μαλλί της γριάς, ενώ οι ταχυδακτυλουργοί ανά τακτά χρονικά διαστήματα θα επιδεικνύουν τα μαγικά τους κόλπα στους περαστικούς.

- Το βλέπεις το νόμισμα, δεσποινίς; Οπ! Δες τώρα! Εξαφανίστηκε! 

Λίγα μέτρα πιο πέρα θα σου χαμογελάνε οι μικροπωλητές.
Άλλοι έχουν κοσμήματα : ασημένια δαχτυλίδια, πολύχρωμα βραχιόλια, επιβλητικά κολιέ.
Άλλοι μπορούν να γεμίσουν το σώμα σου με χενα. 
Υπάρχουν και ορισμένοι που πουλάνε φωτιστικά κουτάκια μπύρας.

Κάπου εκεί θα μυρίσεις και το ζεστό ποπ κορν.
Θα ακούσεις και φωνές : στην ακρηηη !
Περνάνε, βλέπεις, κάτι μεγάλα, ιδιαίτερα, ποδήλατα 3 ατόμων. 

Είναι σαν γιορτή οι μέρες στην πόλη αυτή.
Θα δεις και τον φάρο. Κάτσε από κάτω και παρατήρησέ τον.
Ίσως σε ηρεμήσει, όπως τόσους άλλους.
Ίσως, μπορεί, σίγουρα.

Και, μετά, θα περάσεις μια βόλτα από την παλιά πόλη.
Θα δοκιμάσεις την μπλε γρανίτα.
Ίσως να την αναμείξεις με κόκκινη.
Έπειτα θα γελάς για ώρα, διότι το χρώμα θα μείνει στην γλώσσα σου.

Θα δεις κόσμο να χορεύει χωρίς λόγο, 
κόσμο να γελάει,
κόσμο να ζει.

Θα περπατήσεις στα πλακόστρωτα σοκάκια.
Τότε θα έρθει σίγουρα και κάποια γάτα στα πόδια σου, 
νιαουρίζοντας για λίγο φαγητό, για λίγη προσοχή.

Και, όταν κουραστείς και θελήσεις λίγο ησυχία, πήγαινε στην παραλία.
Ξάπλωσε στην ζεστή άμμο και άφησε τα πέλματά σου κοντά στην θάλασσα, 
να σε δροσίζει το νερό και να σου αφήνει αλάτι.

Κοίταξε τα αστέρια, δεν φαίνονται πολύ καθαρά; 
Και εγώ το πρόσεξα. 
Άκου και μουσική μαζί.

Και κάπου εκεί ίσως σε διακόψουν.
Βλέπεις, πολλά άτομα έκαναν την ίδια ακριβώς διαδρομή με εσένα.
Και, όπως εσύ, κατέληξαν στην θάλασσα.
Πάνω στην άμμο και κάτω από τα αστέρια.

-Σε μάγεψε και εσένα αυτή η πόλη, ε; 
-Θέλεις να πεις ότι εσένα σου δόθηκε επιλογή επί του ζητήματος; 




( https://www.youtube.com/watch?v=0HG1rEbZPLQ )

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

hide and seek

Δεν είναι ότι δεν θέλω, είναι ότι δεν μπορώ. 
Μπορεί και να μην θέλω να μπορέσω, ναι. Μπορεί κι αυτό.
Απλά προσπαθώ να κρύψω τόσες εικόνες πίσω από λέξεις.
Γιατί να κρύψω; Μα τι ερωτήσεις είναι αυτές αγαπητέ μου.
Τι να πω. Ίσως να θέλω να δω ποιοι μπορούν να βρουν τα κρυμμένα νοήματα, δίχως την βοήθειά μου. 
Βέβαια, ίσως αυτούς ακριβώς να φοβάμαι.
Ίσως πάλι να θέλω να κρυφτώ εγώ. Σαν παιδάκι που παίζει.
Μετρήστε τώρα ως το 10 , αγαπητέ μου, κι εγώ θα βρω μια κρυψώνα.
Θα είναι πολύ καλή, σας προειδοποιώ.
Δεν είμαι παιδάκι πια, μεγάλωσα. 
Θα κοπιάσετε να με βρείτε.
Ξεκινήστε τώρα, ας μην καθυστερούμε άλλο. 
Αρκετά αργήσαμε.

*1 2 3*

Εδώ. Να είμαι κοντά του. Δεν θα το υποψιαστεί. Θα ψάχνει πιο μακρυά και δεν θα με βρει.

*4 5 6*

Ίσως καλύτερα εκεί. Λίγο πιο μακρυά δεν πειράζει. Τι δίπλα, τι λίγα μέτρα απόσταση, σωστά;

*7 8 9*

Μήπως σε άλλο δωμάτιο; Είναι πολύ προφανής η κρυψώνα αυτή. Ας το πάρουμε λογικά, λοιπόν, πρώτα κοιτάμε δίπλα μας και μετά ψάχνουμε πιο μακρυά. Πολλοί λειτουργούν έτσι. Ίσως κι εσείς, αγαπητέ, να λειτουργείτε έτσι. Ας πάω λοιπόν στο διπλανό δωμάτιο.

*10*

"Μα, δεν κρυφτήκατε. Είστε εδώ, μπροστά μου. Πώς να βρω κάτι που έχω ήδη στα χέρια μου;"

"Αγαπητέ μου, πόσο λάθος κάνετε. Κρύφτηκα. Και μάλιστα εξαιρετικά καλά. Ίσως αν ξαναδιαβάσετε το κείμενο με βρείτε. Βέβαια, μπορεί και όχι. Άλλωστε, σας είπα. Κρύβομαι πολύ καλά πίσω από λέξεις, αγαπητέ μου. Πολύ καλά."








Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

little stories vol. 1

Βράδιασε έξω, σκοτείνιασε. Κι εκείνος έμενε καθισμένος στο μπαλκόνι. Κοιτούσε βουβός τους περαστικούς, τους παρατηρούσε όλους και κανένα μαζί. Ο λογισμός του έτρεχε αλλού. Κοίταξε το τζάμι που είχε θολώσει από την υγρασία. *χα* ακούστηκε η ανάσα του, καυτή πάνω στο παγωμένο τζάμι. Σχημάτισε μια λέξη. Έμεινε εκεί λίγα λεπτά ακόμη, να την κοιτάει, και μετά σήκωσε το χέρι του. Τα δάχτυλά του άγγιζαν απαλά τα γράμματα, ακολουθούσαν τις ήδη σχηματισμένες γραμμές. Έπειτα με μια κίνηση την έσβησε. Απλά και γρήγορα. 

"Πάμε για κανένα καφέ;" ακούστηκε η φωνή του φίλου του από το μέσα δωμάτιο. "Ναι, γιατί όχι;" απάντησε μονότονα. Τον απασχολούσε κάτι. Κάτι.. Πόσο αόριστη λέξη για να πληροφορήσεις τον άλλο. Μπορεί να κρύβει πίσω της τα πάντα ή τίποτα. Πόσα σενάρια μπορεί να τροφοδοτήσει. Πόσες εικασίες δύναται να δημιουργήσει.

Γύρω από την καφετέρια ο κόσμος πηγαινοερχόταν συνεχώς. Πρόσωπα άγνωστα, μάτια οικεία, φωνές, γέλιο. Κι εκείνος εκεί, κλεισμένος στην δική του διάσταση, στις δικές του σκέψεις, αδυνατώντας να επικεντρωθεί σε οποιαδήποτε συζήτηση, σε οποιοδήποτε από τα άτομα γύρω του. Έπαιζε ασυναίσθητα με τα κλειδιά του ενώ κοιτούσε πάλι τους περαστικούς. Πάλι χωρίς να επικεντρώνεται σε κάτι συγκεκριμένο. 

Μα δεν μπορούσε να φύγει από τον νου του. Δεν γινόταν. Ήταν εκεί συνεχώς. Έκλεινε τα μάτια του κι την έβλεπε μπροστά του. Άκουγε το όνομά της και ανατρίχιαζε. Την έψαχνε παντού, κι ας μην μπορούσε να την βρει πουθενά. Η απόσταση που τους χώριζε δεν ήταν λίγο πράγμα. 

Άθελά του την έψαχνε στα πιο μικρά πράγματα. Στις κοινές απόψεις που είχε με τον φίλο του, στο τραγούδι της που άκουγε κάθε βράδυ, στις φωτογραφίες που είχαν μαζί, στα κείμενα που διάβαζε. Τα ένωνε όλα μαζί, όπως ένα παιδάκι συναρμολογεί κάποιο παζλ, στην προσπάθειά του να την φέρει λίγο πιο κοντά του. Να νιώσει το άγγιγμα της, να αποζητήσει επίμονα το βλέμμα της.

Και συνεχώς ανατρέχει σε εκείνη την μέρα και δημιουργεί πλήθος σεναρίων. Κι αν.. ;
Αν ήταν αλλιώς εκείνη, αν ήταν αλλιώς εκείνος, αν ήταν αλλιώς οι συγκυρίες.
Αν, εάν, εφόσον, δεδομένου ότι. 

Ήταν κι εκείνο το πρωινό.

- Πάω εξωτερικό.
- Για διακοπές;
- Για πάντα.






"Ρε; Ακούς;"
"Έλα, αφαιρέθηκα λίγο."
"Είσαι καλά;"
"Ναι ρε, κάτι σκεφτόμουν."
"Θα έρθει η Κάτια τελικά."
"Για πάντα;"
"Το ίδιο την ρώτησα, και χαμογέλασε"
"Ναι; Και τι απάντησε;"
"Για διακοπές."






 

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

πρωινοί λογισμοί


<< Η μέρα έξω ήταν πολύ ζεστή. "Πλησιάζει καλοκαίρι" μονολόγησε και φόρεσε τα μαύρα γυαλιά ηλίου. Έξω οι καφετέριες είχαν πλημυρίσει από κόσμο. Παιδάκια φώναζαν, παρέες που γελούσαν.

"Θέλεις χαρτομάντιλα;" ακούστηκε η φωνή δίπλα από το τραπέζι. Το κοριτσάκι ήταν μικρό, γύρω στα 6. "Θέλεις;" ξαναρώτησε με έμφαση. Τα ρούχα του ήταν βρώμικα, κουρελιασμένα. Έπρεπε να είναι στο σχολείο τώρα, να κάνει διάλειμμα με τα άλλα παιδάκια. Έπρεπε να έχει στην τσάντα του ένα μπλε τετράδιο με μουτζούρες και σκόρπια γράμματα. Έπρεπε να μετράει από μέσα του μέχρι το 10, κάπου στο 6 να μπερδεύεται και να αρχίζει από την αρχή. Έπρεπε..

Όμως ήταν εκεί. Στην καφετέρια μπροστά της. Ξυπόλυτο και κουρασμένο, περνώντας τα πιο γλυκά και αθώα χρόνια παρέα με τα "δεν έχω λεφτά φύγε" και τα "παράτα με ήσυχο" των γύρω του. Ήταν εκεί, και τα μάτια του έδειχναν ότι είχε ήδη μπουχτίσει από απόρριψη και υποτίμηση.

"Θέλεις να σου πάρω κάτι να φας;" το ρώτησε απλά. "Θέλω". Τα μάτια του ήταν ακόμη δύσπιστα. Σηκώθηκε κι άρχισαν να περπατούν πλάι πλάι, μέχρι το κοντινότερο περίπτερο. Εκείνο προσπαθούσε να συγχρονιστεί με τον βηματισμό της. Ακολουθούσε τον ρυθμό της όσο πιο πιστά γινόταν.

"Λοιπόν; τι προτιμάς;" " Θέλω γιαουρτάκι φράουλα και τσίχλες φράουλα" είπε ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να  ανοίξει το ψυγείο. Το βοήθησε και τοποθέτησε στην μικρή αγκαλιά του το γιαουρτάκι.

"Σε ευχαριστώ" απάντησε και έτρεξε στο πιο κοντινό παγκάκι.

Χοροπηδούσε καθώς πήγαινε, χαρούμενο.

Όπως και το κοριτσάκι με το καινούριο φόρεμα λίγο πιο πέρα.

Όπως και το παιδάκι με την τσάντα και το μπλε τετράδιο.

Όπως. Όπως. Όπως. >>

άφησε τα δάχτυλά της μετέωρα πάνω από το πληκτρολόγιο για λίγο. Όχι, δεν της άρεσε. Δεν αποτύπωνε το πως ένιωσε, ούτε λίγο, ούτε κατά διάνοια. Αυτή την πληρότητα, την ζεστασιά αν δεν την νιώσεις δεν δύνασαι να την φανταστείς. Η ανάμνηση την κατέκλυσε ξανά. Το χαμόγελο στο πρόσωπό του κοριτσιού, ανεκτίμητο. Όχι, δεν μπορούσε να το αποδώσει πλήρως. Αντίθετα οι λέξεις έβγαιναν λειψές, κενές εν μέρη.

Μα πώς αλλιώς; Αφού κάποια πράγματα η γλώσσα δεν μπορεί να τα μιλήσει και το μελάνι δεν μπορεί να τα περιγράψει.

Ούτε επαρκώς, ούτε περίπου, ούτε λίγο.

Καθόλου.



Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

ακροβατώντας




Η ώρα πέρασε, νύχτωσε. 
Τ'άστρα βγήκανε σεργιάνι.
Και εκείνος έψαχνε κάτω απ'το φως του φεγγαριού 
τα όνειρά του.
Μα, δεν τα 'βρισκε πουθενά.
Πού πήγαν; Πότε; Πώς; Γιατί; 
Ερωτηματικά δίχως νόημα.
Σημεία στίξης δίχως λογική.
Κι εκείνος εκεί, σκυμμένος πάνω από ένα κάδο να ψάχνει.
Πέρασε μια βραδιά. 
Κι άλλη. Κι άλλη. Κι άλλη.
Έψαχνε. Έψαχνε. Έψαχνε.
- Μα πώς γίνεται; του φώναξα, 
- Δεν τα βλέπεις; Μπροστά σου είναι, σε κοιτούν. 
Δεν άκουσε. 
'Έψαχνε. Έψαχνε. Έψαχνε.
Ξανά. Και ξανά. Και ξανά.
Ατέρμονη αναζήτηση.
Φαύλοι κύκλοι.
Ξανά.