Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

μονολογώντας ~

Σε είδα. Κάπου πίσω από την φωτισμένη βιτρίνα, δεξιά από την κόκκινη γιρλάντα. Σε είδα. Τα μάτια σου αντικατόπτριζαν τα πολύχρωμα φωτάκια, κι όσο άλλαζαν τα χρώματα, τόσο πιο πολύ γυάλιζαν εκείνα, τόσο πιο παιχνιδιάρικα κοιτούσαν. Δεν με είδες, μα, εγώ σε είδα. Κι έμεινα να σε κοιτάζω ώρα πολλή. Ξέρεις, άλλαξες. Τα πάντα πάνω σου άλλαξαν. Από το πρόσωπο κι το κορμί, μέχρι το σημαινόμενο που εκπέμπεις. Κι εγώ άλλαξα, πώς άλλωστε να έμενα το ίδιο; Τα είπαμε, μην τα ξαναλέμε. Ο πόνος κι το "χωρίς" σε κάνουν διαφορετικό. Ίσως να με είδες, μα να μην με αναγνώρισες. Για φαντάσου. Το περίμενες ποτέ; Αυτή την αδράνεια, αυτό το κρυφτό; Εγώ όχι. Ποτέ. Κι αν κάτι έχω μάθει τελικά, μιας κι το ανέφερα, είναι πως το "πάντα" κι το "ποτέ" είναι οι πιο ύπουλες, οι πιο αντιφατικές λέξεις. Ίσως μάλιστα να τις λέμε για να τις ακούσουμε εμείς οι ίδιοι, όντας άκρως εγωιστικά όντα, κι να μην απευθύνεται σε κανέναν άλλο. Ίσως να είναι ένας τρόπος να πείσουμε το "εγώ" μας ότι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, ακόμη κι να προκαθορίσουμε το μέλλον. Πόσο αφελής εικασία. Πόσο ανόητη σκέψη. Ναι, αλήθεια σε είδα. Το άρωμά σου μόνο δεν έχει αλλάξει. Ακόμη το ίδιο, λες κι κρατά κάτι από την ταυτότητά σου αυτό το μπουκαλάκι. Άραγε, θα παρατηρούσες ότι το δικό μου είναι διαφορετικό; Άραγε, θα στεκόσουν ποτέ κρυμμένος πίσω από μια βιτρίνα να με παρατηρείς, όπως κάνω εγώ αυτή τη στιγμή; Σε κοιτώ κι δεν μπορώ να βρω απάντηση. Είναι που δυσκολεύομαι πια να σε καταλάβω όπως τότε. Ήσουν ένα ανοιχτό βιβλίο για μένα. Τώρα; Τώρα μια λευκή σελίδα, δίχως την παραμικρή κηλίδα μελάνι, ανέγγιχτη. Δεν ξέρω πια τι καφέ πίνεις, αλήθεια, πώς τον προτιμάς; Ακόμη μέτριο; Δεν ξέρω τι σε προβληματίζει, τι σε ευχαριστεί. Τίποτε δεν ξέρω. Σε είδα, κι το χαμόγελό σου έκρυβε κάτι από πόνο. Κάτι από θλίψη μακρινή, που σφηνωμένη στην καρδιά σου ακόμη δεν σ' αφήνει ν' ανασάνεις. Πήρες το δώρο στο χέρι κι το κράτησες σφιχτά, ευχαριστημένος με την αγορά σου. Θα έβγαινες από το μαγαζί κι θα με έβλεπες, γαμώτο. Δεν θέλω να με δεις, δεν τον θέλω τον τυπικό χαιρετισμό σου, δεν την θέλω την ψεύτικη μάσκα που φοράς. Πιο πολύ δεν θέλω αυτό το βλέμμα που ανταλλάζουμε, που λέει όσα δεν λέμε εμείς, δεν το γουστάρω πια. Κόλλησα την πλάτη μου στον τοίχο, κι το με το βλέμμα μου τάχα ατένιζα την φωτισμένη πόλη. Βγήκες, το κατάλαβα από το άρωμα. Σου έχω πει πόσο ωραίο άρωμα είναι; Πέρασες ευθεία μπροστά, δίχως να με παρατηρήσεις. Την γλίτωσα, πάλι καλά. Από τι κρύβομαι; Από σένα; Πόσο χαζό. Για ποιο λόγο άλλωστε; Μήπως να σε προλάβω καθώς απομακρύνεσαι, κι να σου πω " στάσου, άσε με να σε κοιτώ για λίγο ακόμη." Πάλι χαζές σκέψεις, ξανά. Ξανά. Λες κι είσαι μέσα στο μυαλό μου κι μ' ακούς σ'αυτό το μονόλογο της τρέλας, σταματάς απότομα. Γυρνάς λες κι ψάχνεις κάτι. Το βλέμμα σου σταματά στο δικό μου.

Πάλι τα είπαμε όλα, γαμώτο.






Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ολοκαύτωμα.

Ανούσια λόγια
ψεύτικα
κίβδηλα
μελανά.

Η βρωμιά που κρύβουν
αναδίδεται,
κι γιομίζει το δωμάτιο
μια δόση μπαρούτι
κι μια καπνού,
πόλεμος. 

Κρυφές ματιές
παλεύουν να φωνάξουν
κραυγάζουν
"πάψτε,
φτάνει πια,
αυτό το τίποτε, 
αυτό το ποτέ."

Μα τα λόγια 
τις πνίγουν,
τις ματώνουν
κι το σκοτωμένο αίμα
τρέχει πηχτό στο πάτωμα,
κάτω από τις πλαστές 
υποσχέσεις.

Το βλέπεις πώς στάζει,
ρυθμικά κι ασταμάτητα; 

Πες μου πως το βλέπεις.

Πήρα ένα κεράκι 
απ' αυτά που φέγγουν 
λιγοστό κι αχνό φως.

Το τοποθέτησα κάτω
απ' το σαγόνι
κι περίμενα.

Περίμενα να καώ, 
να πονέσω τόσο
που τ' ανείπωτα να μην αντέξουν.
Να ξεκρεμαστούν απ' τις
φωνητικές μου χορδές
κι να βγουν απ' τα χείλη μου.

Να έρθουν στα δικά σου.























Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

ξέσπασμα ~

 Μίλησέ μου για αξίες και ιδανικά. Κράτα με αγκαλιά, κι μίλησέ μου για ένα καλύτερο κόσμο, πιο αξιοκρατικό, πιο ιδανικό, πιο όμορφο. Σιχάθηκα την βρωμιά που κρύβεται πίσω από την καθημερινότητά μας. Παντού αμάθεια ή ημιμάθεια. Μετά από τόσους αγώνες, από τόση προσπάθεια για δωρεάν παιδεία, έρχεται η αχαριστία. Δεν θέλει κανείς πια να μάθει, να καταλάβει, να ερμηνεύσει, να βρει. Αναμασούν όλοι τα ίδια, όπως τρώνε τα ζώα το σανό. Δεν αμφισβητούν, δεν απορούν, δεν αναλύουν. Γύρω μου χιλιάδες μικρά παπαγαλάκια, που τιτιβίζουν χαρούμενους σκοπούς για ελευθερία κι ευκαιρίες, λες κι το κλουβί που κατοικούν δεν μικραίνει συνεχώς, πνίγοντάς τα. 

 Για αυτό, σε παρακαλώ, πιάσε μου το χέρι κι πάμε σε μια μακρινή παραλία οι δυο μας. Να μην βλέπω κανένα τους, να μην χαραμίζομαι σε ανούσιο κουβεντολόι κι να μην μιλώ σε φερέφωνα κι τοίχους. Κοίτα τα μάτια τους λίγο, κοίτα. Το βλέπεις; Είναι άδεια. Είναι κενά. Πού πήγε η εσωτερική αναζήτηση; Πού πήγε η προσπάθεια; Η δίψα για μάθηση; Δεν νιώθω πως ταιριάζω στον κόσμο τους, με ακούς; Εγώ, ζω χωριστά. Σ’ ένα δικό μου, βγαλμένο από τις σελίδες των βιβλίων. Κοίτα με, τι βλέπεις; Απελπισία βλέπεις. Φωτιά, βλέπεις. Παίρνω το βιβλίο κι με κοιτάζουν υποτιμητικά, λες και το κάθε κινητό κι ο κάθε υπολογιστής τους κάνει ανώτερους. Τα βιβλία χάνονται, οι σελίδες κιτρινίζουν, κι τα ράφια γεμίζουν σκόνη. Μα, πώς; Πώς γίνεται να μην ποθούν την μυρωδιά εκείνη που αναδύεται μόλις γυρνάς σελίδα, πώς γίνεται να μην θέλουν ν’ αγγίξουν με τα ακροδάκτυλά τους τα χαραγμένα σύμβολα του κάθε κεφαλαίου, πώς; 

 Πότε χάθηκε η ευαισθησία, πότε σταμάτησαν να ονειρεύονται, πότε άρχισαν να συμβιβάζονται; Αν δεν παλεύεις για ιδανικά, για όνειρα, για να γίνεις καλύτερος, για να βοηθήσεις, τότε για τι παλεύεις; Τότε, για ποιόν παλεύεις; Δεν την μπορώ την νοοτροπία τους, πνίγομαι. Πνίγομαι σε έναν ωκεανό πανομοιοτυπίας. Όλοι ίδιοι. Ένα τεράστιο πλάσμα με αμέτρητα χέρια κι πόδια, που μοιράζεται τον ίδιο εγκέφαλο. Κι ο εγκέφαλος αυτός, όσο περνά ο καιρός μικραίνει. Τους φοβάμαι, μ’ ακούς; Δεν μοιράζεται κανείς τους την ίδια ανάγκη με μένα. Δεν ποθεί κανείς τους τ’ άπιαστο. Τώρα, δεν διαβάζουν πια βιβλία. Δεν χάνονται μέσα στις λέξεις που έγραψαν τόσοι. Την κληρονομιά της γνώσης, την δένουν με μια βαριά κοτρόνα κι την πετούν στ’ άδυτα των ωκεανών. Πλέον, δεν ονειρεύονται, δεν ποθούν. Κοιτάνε με τα μάτια του σώματος, κι ‘κείνα της ψυχής τα ΄χουν ασφαλισμένα- την άφησαν τυφλή κι αβοήθητη. Δεν ακούν τα «θέλω» που ουρλιάζουν κάθε βράδυ από τα μείχια της ψυχής αυτής; Δεν τα καταλαβαίνουν;

  Μην μου αφήσεις το χέρι, φοβάμαι. Κράτα με και μίλα μου, μίλα μου για κείνα τα όνειρα, για εκείνα τα «θέλω» που σου ψιθύρισαν ευχαριστήρια λόγια, μίλα μου για κείνους τους συγγραφείς που άφησαν την καρδιά τους πάνω σε λίγες σελίδες, κι τώρα οι αγαπημένοι τους ζουν αιώνια, μέσα από κάθε αναγνώστη. Μίλα μου, όσο μπορείς, δίχως να σταματάς, δίχως να διακόπτεις τον ειρμό σου, κι εγώ θα ΄μαι εδώ. Θα ΄μαι εδώ κι θα σ’ ακούω. 

 Έπρεπε να έβλεπες πως κοιτούν το χαρτί μου, το στυλό μου. Λες κι πάω ενάντια στην πρόοδο αν δεν γράψω σε πληκτρολόγιο, λες κι ζω σε άλλη εποχή κι δεν μπορούν να βρουν δίαυλο επικοινωνίας μαζί μου. Έπρεπε να άκουγες τι έλεγαν. Πόσο απαξιωτικά κι αδιάφορα μιλούσαν για όσα ταλανίζουν τον σημερινό κόσμο. Δεν νιώθουν τύψεις; Δεν καταλαβαίνουν πως έχουν ευθύνη σαν άνθρωποι όσον αφορά ορισμένα ζητήματα; Πώς, πες μου, πώς γίνεται ο κάθε ένας να ζει σε ένα χωριστό κόσμο κρυμμένο πίσω από τέσσερις τοίχους; Κι, αν συνεχίσει αυτό να συμβαίνει, πώς θα μιλάμε; Από πότε το πρόβλημα που αφορά εσένα δεν θα με επηρεάσει; Από πότε κείνο που με βασανίζει δεν θα καρφωθεί και στην δική σου συνείδηση; Πότε από συνάνθρωποι γίναμε απλά άτομα; Πες μου, γιατί άκρη μόνη μου δεν βρίσκω. 

 Τους άκουσα να μιλάνε για ποίηση, για λογοτεχνία, με λέξεις αισχρές, με βωμολοχίες. Μα, δίχως το ωραίο, δίχως το ρομαντικό, δίχως την έκφραση, πώς μιλάνε εκείνοι; Πώς μπορούν να βγάζουν τα βάρη της καρδιάς από μέσα τους, αν δεν διαβάσουν για κάτι αλλιώτικο, αν δεν τα μετουσιώσουν σε λέξεις; Πήγα να τους μιλήσω. Να ρωτήσω όλα κείνα που με κρατούν δέσμια της άγνοιας. Μιας διαφορετικής άγνοιας, ξεχωριστής. Της άγνοιας για ΄κείνους κι τον τρόπο σκέψης τους. 

 Προσπάθησα ν’ ανοίξω το στόμα μου μα δεν βγήκε ήχος, μόνο ένιωσα ένα γδάρσιμο να ματώνει όλο τον λαιμό μου. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου. Ο πόνος γινόταν όλο κι πιο επίμονος. Τ’ ανείπωτα είχαν στοιβαχτεί κι πάλευαν να βγουν. Οι γωνίες από τα γράμματα μου ξέσκιζαν το λαιμό, κι το αίμα έτρεχε δίχως σταματημό, ανεμπόδιστο κι πηχτό. 

 Έλα να πάμε σε κείνο το ακρογιάλι που μου ‘χεις πει. Σε κείνο που κολυμπάς, κι σαν βγεις αστράφτεις σαν αστέρι. Πάμε, κι μην φοβηθείς. Μόνο εγώ κι συ θα ‘μαστε. Μόνο εμείς. Μίλα μου, κι εγώ θα σ’ακούω, κι εγώ θα απαντώ.

 Μόνο, μην γίνεις σαν αυτούς.

 Μην γίνεις ποτέ σαν αυτούς.

 Μ’ ακούς;


 Ποτέ.





Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Τράπουλα.

Στενό κι σκούρο το τραπέζι.
Μεγάλες κι βαριές οι καρέκλες.
Κι εκείνοι,
εκείνοι κάθονται απέναντι.
Αντίπαλοι σ΄ένα παιχνίδι
που ΄ναι ήδη χαμένο,
ήδη λησμονημένο,
προτού καν ν΄αρχίσει.

Φλογερά βλέμματα
κρυμμένα πίσω
από πρόσωπα - μάσκες.
Αντιφατικές καταστάσεις,
ασύμμετρες μορφές.
Μα, κανείς δεν σηκώνεται.
Κανείς δεν παραιτείται.
Μονομάχοι που χτυπούν
ανελέητα
με διαδοχικές κινήσεις
ο ένας τον άλλο.

Κι, όλα αυτά, σιωπηλά.
Κρυφά. 
Ενωμένοι,
κάτω από το ίδιο μυστικό.

Τα φύλλα της τράπουλας,
μετρημένα,
50.
Κι αν προσθέσουμε
κι εκείνα
τα κρυμμένα 
στο μανίκι καθενός
εκ των δυο αντιπάλων,
θα βρούμε τ'αποτέλεσμα σωστό.

Φειδωλά χαμόγελα,
σιγουριά,
αυτοπεποίθηση.
Ανούσια, όλα.
Αναίτια, όλα.
Άπιαστα, όλα.

Ρίχνουν μαζί
το πρώτο φύλλο,
κι το παιχνίδι
ξεκινά.

Αυτάρεσκα κοιτάζονται
μέσα στα μάτια,
με σιγουριά
αφοπλιστική.

Η τράπουλα όμως δεν κοιτά τίποτε.

Ανατρέπει.
Περιπλέκει,
Αποπροσανατολίζει.

Όλα τ' αποφασίζει κείνη.
Όλα αυτή τα καθορίζει.
Όλα.
Εκείνη,

Η τράπουλα.





Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

εφιάλτες

 Πετάχτηκε απότομα πάνω. Άρχισε να ανασαίνει άπλιστα τον αέρα, λες και τα πνευμόνια είχαν χάσει  τ'οξυγόνο τους . Έμεινε να κοιτάζει τον άσπρο τοίχο απέναντι. Το βλέμμα της, κενό. Πονούσε παντού. Τα μάτια της κατακόκκινα,υγρά από τα βουβά δάκρυα. Το κάτω χείλος της έτρεμε ακόμη. Το ψιλάφησε με την γλώσσα της κι ένιωσε μια περιέργη γεύση : αίμα κι αλάτι. Δαγκάθηκε, φαίνεται, για να μην ουρλιάξει. Έστρεψε το βλέμμα της προς τα κάτω. Τα χέρια της, δυο σφιχτές γροθιές. Κρατούσαν ακόμη το σεντόνι μέσα τους, με τόση δύναμη που τ' ακροδάχτυλά της είχαν ασπρίσει.

 Έφερε στο νου της όσα συνέβησαν, προσπαθώντας να τα βάλει σε μια σειρά. Είχε χάσει την γραμμικότητα του χρόνου. Αδυνατούσε να θυμηθεί. Λες κι το μυαλό της αρνιόταν πεισματικά να την αφήσει. Λες κι προσπαθούσε να την προστατέψει από κέινο που της προξένησε τόσο κακό. Λες κι.. λες κ' ήξερε. Αισθάνθηκε σαν χρονοταξιδιώτης, μόνο που κείνη ήταν ανήμπορη να γυρίσει πίσω στο "τότε".

 Τότε.. Η λέξη κι μόνο την έκανε να ανατριχιάσει. Ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την αιτία της αναστάτωσής της, το ένιωθε. Αναστάτωση. Πόσο αστεία ηχεί η λέξη αυτή. Πόσο κόσμια. Δεν περιέχει ίχνος από την φρικαλεότητα της πραγματικότητας που ζούσε κείνη τη στιγμή.

 Σταμάτησε τις σκέψεις που ξεπετάγονταν συνεχώς. Ήταν λες κι ο νους της έψαχνε προφάσεις, τρόπους, τεχνικές για να την κρατά προσηλωμένη σε κάτι άλλο. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της κι βάλθηκε να σχηματίζει την εικόνα εκείνη. Θύμιζε σκιαγράφιση από κάποιον δεξιοτέχνη ζωγράφο, έτσι όπως, σιγά σιγά, φανερώνονταν τα χαρακτηριστικά του. Κράτησε την αναπνοή της καθώς έμπαινε η τελευταία πινελιά. Πώς δεν το σκέφτηκε πιο πριν; Πώς δεν κατάλαβε;

 Ήταν εκείνος.

 Έπνιξε μια κραυγή κι ξέσπασε σ'αναφιλητά.







Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Κάτι από καλοκαίρι.

Σήμερα η μέρα δεν θυμίζει σε τίποτε χειμώνα.
Μοιάζει αυγουστιάτικη.

Ξεχάστηκε φαίνεται, κι έμεινε πίσω.

Σαν να 'ξερε πως υπάρχεις,
πως σιμώνεις βραδέως
με βήμα ταχύ και σταθερό,
βάλθηκε να σ'αναζητεί -
περιπλανώμενη αδιαλείπτως.

Σε ξεχώρισε, φαίνεται,
κι έμεινε να προσπαθεί
ν' ακούσει τον ήχο της φωνής σου,
σαν λαλείς τ' όνομά της
κινώντας τα τερπνά σου χείλη.

Την κοίταξες, φαίνεται,
κι την έδεσε το βλέμμα σου
σ' εκείνη τη στιγμή -
τα μάτια σου άφθαρτα δεσμά,
δύο κάστανα που φλέγονται λαμπρώς. 

Σήμερα η μέρα δεν θυμίζει σε τίποτε βροχή.
Μοιάζει μ' ηλιαχτίδα.

Μπερδεύτηκε, φαίνεται, κι άλλαξε μορφή.

Θέλησε να γίνει χρυσή άμμος,
να σε καίει σ' όλο το κορμί.

Θέλησε να γίνει αλμύρα,
να προσκολληθεί στους ώμους σου.

Κι ίσως θελήσει να γενεί σύννεφο λευκό.
Να πάρει την μορφή σου, 
να σε δει όλη η γης.

Σήμερα μου 'φερες ολάκερο το θέρος,
κι ας είχε τόσες μέρες καταχνιά.

Σήμερα πήρες τον χρόνο στην παλάμη σου,
κι αυτοβούλως για χάρη μου τον έπλασες.

Σήμερα άνοιξα τα μάτια μου,
κι ήσουν εκεί.










Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Κάτι Από Συντρίμμια

Ξύπνησε κι άνοιξε τις κουρτίνες. Έξω ο ουρανός ήταν γιομάτος γκρι σύννεφα. "Σαν εμένα" ψιθύρισε κι ήπιε μια γουλιά απ' τον καφέ του. Πλησίασε το γραφείο του αργά, νωχελικά. Θα έγραφε ένα βιβλίο για κείνη. Το σκεφτόταν καιρό, μα την απόφαση την πήρε μόλις το προηγούμενο βράδυ. Στην θύμηση αυτή ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά του. Πόσο καιρό είχε να την δει; Είχε αλλάξει πολύ. Εξέπεμπε ολόκληρη κάτι το λαμπερό, κάτι το ενθουσιώδες. Κι εκείνος; Το ίδιο όπως τότε, εκείνος. Πληγωμένος και μισός, εκείνος. Γκρι και συννεφιασμένος, εκείνος.

Πήρε το στυλό στο χέρι του κι άνοιξε το τετράδιο. Οι πρώτες λέξεις λειτούργησαν σαν αναλγητικό. Με κάθε φράση, ένιωθε πιο ανάλαφρος. Με κάθε πρόταση, ηρεμούσε. Σιγά σιγά, δεν υπήρχε τίποτε μέσα του να τον βαραίνει. Όλα τα συναισθήματά του, μεταμφιεσμένα σε μικροσκοπικά σύμβολα, ήταν πλέον αποτυπωμένα στο χαρτί. Έγραφε γρήγορα, δίχως σταματημό. Με τα μάτια του νου του, την έφερε μπροστά του; Τι θα της έλεγε; Πώς θα της μιλούσε; Οι σκέψεις του πότιζαν το τετράδιο. Ο πόνος τώρα ήταν λιγότερος, σχεδόν ανεκτός, για πρώτη φορά από τότε. Τώρα, δεν μπορούσε να σταματήσει. Τώρα, έπρεπε να της τα πει όλα. Τ' ανείπωτα εκείνα, που τον έπνιγαν ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα που περνούσε. Τώρα, δεν υπήρχε γυρισμός.

" Θυμάσαι; Πες μου πως θυμάσαι. Δεν γίνεται να τα έσβησες όλα. Απ' την καρδιά σου ίσως, άλλωστε μόνο μια κενή καρδιά μπορεί να προκαλέσει τόσο πόνο. Μια καρδιά που ,την στιγμή που πίστευα πως είχα γεμίσει με όμορφα χρώματα, παρέμενε πεισματικά άδεια, κάτασπρη, ανέγγιχτη. Το μυαλό όμως, δεν ξεχνά. Τι κι αν φύλαξες όλες μας τι αναμνήσεις σε κάποια γωνιά του νου σου, μου φτάνει να ξέρω πως υπάρχουν. Μου αρκεί να γνωρίζω πως κάποτε τα χέρια μας και οι σκέψεις μας ήταν ένα. 

Θυμάσαι; Σε γνώρισα στο ερειπωμένο σπίτι, δίπλα στο παλιό καφενείο. Τόσο καιρό στην ίδια πόλη, μα δεν συναντηθήκαμε ποτέ. Κι όμως, όταν σε είδα σε αναγνώρισα. Σαν να υπήρχες κάπου στα βάθη του νου μου, σαν να γνώριζα πως θα έρθει η στιγμή που θα ακούσω την φωνή σου. Να 'ξερες πόσο μ'αρέσει η φωνή σου : γλυκιά κι απαιτητική. Σαν εσένα. Σε είδα που κοιτούσες με απορία το σπίτι. Οι περισσότεροι το απέφευγαν, άλλαζαν δρόμο ή πεζοδρόμιο. " Είναι στοιχειωμένο, δεν είναι καλό το σπίτι τούτο." λέγαν όλοι. Μα εσύ, εσύ είσαι σαν εμένα. Γι' αυτό άλλωστε εκεί βρεθήκαμε πρώτη φορά. Εσύ θες ρίσκο και αλήθειες. Δεν συμβιβάζεσαι με ανυποστήρικτα "όχι" κι με άλογα "απαγορεύεται". Εσύ κι εγώ, είμαστε το ίδιο. Πότε θα το δεις;

Θυμάσαι; Εκείνο το βράδυ. Πλέον το σπίτι αυτό ήταν το μέρος μας. "Πάμε σπίτι μας;" μου έλεγες κι γελούσες. Μου λείπει το γέλιο σου. Πηγαίναμε στην ταράτσα, κι είχαμε την καλύτερη θέα. Πόσο κοντά στον ουρανό νιώθαμε.. Λες κι αν άπλωνες το χέρι σου θα έπιανες τα άστρα. "Γιατί σου αρέσει τόσο αυτό το μέρος;" σε ρώτησα ένα καλοκαιρινό βράδυ. "Γιατί είναι εγκαταλελειμμένο. Γιατί τα συντρίμμια έχουν κάτι το θελκτικό, δεν νομίζεις; Σε καλούν να αναζητήσεις, να ανακαλύψεις τι τα οδήγησε στην κατάσταση αυτή. Μου θυμίζουν τους ανθρώπους. Όλα κουβαλάνε μια ιστορία, κι εγώ σκοπεύω να την βρω. Να την ξεθάψω. Μερικές φορές, καλό είναι να κοιτάς πίσω από τις στάχτες. Τότε μόνο θα βρεις την φωτιά."

Έπειτα, ήρθε το φιλί. Εκεί, πάλι. Κάτω από τη σελήνη. Εκεί, στο αγαπημένο σου σημείο. Δεν μπορεί να μην υπήρξε τίποτε. Δεν μπορεί να τα διέγραψες όλα. Αρνούμαι να το αποδεκτώ. Διότι, αν το πιστέψω, θα οδηγηθώ στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε τίποτε ποτέ. Πως όλα ήταν μονόπλευρα, χάλκινα, κίβδηλα. Πες μου, τι να κρατήσω απ' τα φιλιά σου; Την αγάπη, τον έρωτα; Μα, δεν ξέρω πια τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Τα λόγια σου, κάποτε μου έδιναν δύναμη και κουράγιο. Δεν πίστευα πως τα ίδια, λίγο αργότερα θα με μαχαίρωναν δίχως έλεος, δίχως σταματημό.

Πιο πολύ με πονάει η απουσία σου. Πηγαίνω συνεχώς να σε βρω στην ταράτσα μας. Αναβαίνω την σκάλα αργά. Βλέπεις, η θύμησή σου, η θύμησή μας με καταβάλει. Κάθε σκαλί με βαραίνει πιο πολύ, κι το μόνο που με βοηθάει να φτάσω στην κορυφή είναι η ελπίδα. Εκείνο το "ίσως" που τόσο καιρό φέρνει βόλτες στο μυαλό μου. 

Πέρασε ο καιρός, θυμάσαι; Μετά το τελευταίο σου "αντίο" δεν σε ξανάδα. Είχε κάτι το οριστικό η τελευταία μας συνάντηση, κάτι το αμετάκλητο. Δεν βρεθήκαμε για μήνες. Σιγά σιγά, ξεθώριαζε το χαμόγελό σου. Σιγά σιγά, ξεθύμαινε το άρωμά σου. Σιγά σιγά, απομακρυνόσουν ολόκληρη. 

Δεν ξέρω γιατί πήγα εκείνο το βράδυ στην ταράτσα. Ένιωσα την ανάγκη να βρεθώ σε συντρίμμια, ν' αγγίξω ξανά τ'αστέρια. Κι όταν ανέβηκα και το τελευταίο σκαλί, νόμιζα πως είδα λάθος. Πόσες φορές, άλλωστε, σε είχε πλάσει η φαντασία μου; Πόσες φορές, εν αγνοία σου, δεν με συντρόφευες στα όνειρά μου; Μόνο σαν με κοίταξες βεβαιώθηκα πως είσαι 'συ. Τα μάτια σου μου ζητούσαν κάτι, ξανά. Ποτέ δεν μπόρεσα να το βρω. Κι όταν μιλήσαμε, ήταν όπως τότε. Μόνο που, δεν ήσουν εσύ. Και δεν ήμουν εγώ. Γνωριστήκαμε ξανά, δυο καινούριοι άνθρωποι.

Δεν σε κατηγορώ. Τώρα πια καταλαβαίνω. Τώρα πια ξέρω.  Τα μάτια σου τόσο καιρό προσπαθούσαν να μου μιλήσουν, μα δεν άκουγα. Μαγεμένος, δεν έψαξα ποτέ τίποτα πέρα από 'κείνο που μου 'δινες εσύ. Τώρα πια, έχω βρει την λύση του μυστηρίου, την άκρη του μίτου. Σου άρεσαν τα συντρίμμια, διότι σου θύμιζαν τον ίδιο σου τον εαυτό. Πάλευες να μου το πεις, μα είχα το μυαλό μου ερμητικά κλειστό. Δεν πάλεψα να τα βρω, να τα ανακαλύψω. Δεν έψαξα την ιστορία που έκρυβαν πίσω τους, ούτε σκέφτηκα να πολεμήσω για να σε βγάλω απ' αυτά. Δεν με στοιχειώνει πλέον το "γιατί". Τώρα, έγινε "επειδή". Πλέον η απορία και το ενδεχόμενο δεν με πονούν - χαλάρωσαν τα δεσμά τους. 

Ένα μόνο πράγμα μένει να λύσω. Ένα μυστήριο που δεν περίμενα ποτέ να βρεθεί μπροστά μου. Πώς εσύ, που μου έμαθες να φτάνω στην φωτιά, με οδήγησες στην στάχτη. Πώς έγινες από ίαση, αρρώστια. Πώς από το γνώριμο κι ποθητό, έγινες τ' άγνωστο κι απόρθητο.

Κοίταξα μέσα μου σήμερα, και βρήκα συντρίμμια. Είχαν όλα τ'όνομά σου. 

Ήταν όλα, εσύ.



Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

περί ονείρων

Πρώτα είδε την φιγούρα 'κείνη
όμοια με τη δική του,
σκυφτή, μελαγχολική.
Ποτισμένη με γκρι κι μαύρο.
Το βήμα του θύμιζε αγέρι φθινοπωρινό
κι το κρύο φάνταζε
να βγαίνει απ'τα βάθη
της -αμφισβητήσιμης- καρδιάς του.

Τον κοίταξε μ'όλο της το είναι,
ρουφώντας κάθε λεπτομέρεια,
κάθε ατελή τελειότητα.
Τα χέρια του φαινόταν κουρασμένα,
τα μάγουλά του λιγότερο ροδαλά.
Κι εκείνη πάλευε να ζωγραφίσει
τούτη την μορφή
στο εργαστήρι του μυαλού της.

Πέρασε δίπλα της ξυστά,
δίχως τα χείλη του να σχηματίσουν
το παραμικρό.
Καμιά κραυγή, κανένα ψίθυρο,
δεν τόλμησε να ξεστομίσει.

Το πανωφόρι του άγγιξε
τ' ακροδάχτυλά της,
κι αμέσως τα 'νιωσε να καίνε.

Μετά, ήρθε τ'άρωμα.
Πήρε μια γερή τζούρα, 
κι τ' άφησε να γεμίσει κάθε σημείο
των αδημονούντων πνευμόνων της.
Τώρα ανέπνεε όπως πρώτα,
απηλλαγμένη απ' την πίσσα 
που κουβαλούσε μέσα του
κείνο το τελευταίο "ποτέ".

Γοργός ο βηματισμός του.
Μια δόση αδιαφορίας κι μια λησμονιάς,
καθώς την προσπερνά.
Φεύγει, απομακρύνεται, χάνεται.
Χάθηκε.
Μα 'κείνη απέμεινε εκεί,
πεσμένη στα καφετιά τα φύλλα,
να προσμένει το "ξανά".

Απρόσμενα ανοίγουν τα ματόκλαδά της,
κι τα μάτια της γεμίζουν φως.
Το μαξιλάρι δίπλα άδειο,
κι στο πάτωμα κάτι σπασμένες ελπίδες
πλάι στα "υπόσχομαι" και "πάντα".
Τα μάζεψε κι τα 'βαλε στο συρτάρι
δίπλα στο "κι αν" της.
Όνειρο ήτανε. 









Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Να σου πω μια ιστορία;

Η νύχτα ήταν κρύα κι η ομίχλη κυλούσε απαλά στους δρόμους, σαν κύμα μαγικό κι ξένο. Βγήκε στο μπαλκόνι της κι αφουγκράστηκε: σιωπή. Κάρφωσε το βλέμμα της στην θάλασσα. Δεν απείχε πολύ. Λίγα μέτρα μόνο. Η σελήνη την στόλιζε με το αχνό της φως. Έμεινε να την παρατηρεί, έτσι σκοτεινή κι άγρια, μέχρι που άκουσε βήματα. Γύρισε το κεφάλι της, κι στράφηκε προς την πηγή του ήχου. Τον είδε. Περπατούσε άφοβα κι αποφασιστικά στον έρημο δρόμο, με μόνη του συντροφιά την παγωνιά. Ο βηματισμός του ήταν γρήγορος κι ανήσυχος, σαν να είχε αργήσει.

Πλησίασε το μεγάλο πλατάνι μπροστά από το σπίτι, κάτω από το μπαλκόνι της. Μόλις έφτασε δίπλα του, σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά μερικές φορές, να βεβαιωθεί πως ήταν μόνος. Έπειτα, άρχισε να ψάχνει κάτι δίπλα από το δέντρο. Εκείνη, δεν κινήθηκε στιγμή. Έμεινε να στηρίζεται στα μπρούτζινα κάγκελα της βεράντας της, κρατώντας την ανάσα της, μην την καταλάβει κι φύγει. Για λίγη ώρα τον έκρυβε το φύλλωμα του δέντρου. Το μόνο που εξακολουθούσε να μαρτυρεί την παρουσία του, ήταν το τριζοβόλημα των ξεραμένων φύλλων. Λες και διαμαρτύρονταν για την αδιαφορία του προς εκείνα. Λες και ζητούσαν την προσοχή του.

Ξαφνικά, ένας μεταλλικός ήχος. Πάτησε στις μύτες των ποδιών της, κι κατάφερε να τον δει. Κρατούσε μια χρυσή σκάλα, με περίτεχνα σκαλίσματα στις άκρες της. Πού την βρήκε; Σε τι θα την χρειαζόταν; Πρώτη φορά της έβλεπε τέτοια όμορφη δημιουργία. Φάνταζε εξωπραγματική, βγαλμένη από όνειρο. Εκείνος έριξε μια τελευταία ματιά γύρω του, προτού αρχίσει να την ξεδιπλώνει. Ένα ένα, εμφανίζονταν όλο κι περισσότερα σκαλοπάτια, τα οποία κατευθύνονταν προς τον ουρανό. Μα, πώς γινόταν αυτό; Έτριψε τα μάτια της με το εσωτερικό των χεριών της : σίγουρα θα ονειρευόταν. 

Τα ξανάνοιξε. Όχι. Ήταν αλήθεια. Μαγεμένη τον είδε να ξεκινάει την ανάβαση, με βλέμμα αποφασιστικό. Κάτι δεν της φαινόταν σωστό όμως, κάτι δεν άρμοζε σε όλο αυτό το ονειρικό σκηνικό. Κοίταξε ξανά το πρόσωπό του. Τώρα, φωτισμένο από την ασημένια λάμψη του φεγγαριού, μπορούσε να το παρατηρήσει καλύτερα. Μα, κάτι διέκρινε στο βλέμμα του. Τα χείλη του ήταν σφιγμένα, σχεδόν ματωμένα από την πίεση που τους ασκούσε. Κι τα μάτια του, ήταν κόκκινα και θολά. "Πονάει" ο ψίθυρος της, όμοιος με παφλασμό κύματος, έδεσε με την ηρεμία της νύχτας.

Συνέχισε να τον ακολουθεί με το βλέμμα της, νιώθοντας την καρδιά της πιο βαριά, γεμάτη από την θλιμμένη του ματιά.    Λίγα λεπτά μετά σταμάτησε την ανάβαση. Ίσα που τον έβλεπε τώρα. Στένεψε τα μάτια της κι πίεσε τον εαυτό της να επικεντρωθεί μόνο στην φιγούρα του. Έτεινε το δεξί του χέρι, σαν να έψαχνε κάτι. Λίγο αργότερα έσφιξε την γροθιά του. Μα, τι έπιασε; Τι προσπαθούσε να τραβήξει κοντά του; Έκλεισε λίγο περισσότερο τα μάτια της σε μια προσπάθεια να εστιάσει καλύτερα. Δεν μπορεί. Όχι. Δεν γίνεται να. Ξανακοίταξε.

Δεν υπήρχε αμφιβολία. Ήταν ένα μικρό σύννεφο. Έμοιαζε με βαμβάκι, ενώ σε άλλα σημεία έτεινε προς το λευκό κι σε άλλα προς το γκρι. Αφού το έφερε αρκετά κοντά του, στηρίχθηκε με τα χέρια του, κι κατάφερε να ανέβει. Ο αναστεναγμός του έκρυβε μια δόση ανακούφισης κι μια δόση ευτυχίας. Κάθισε κι έμεινε να αγναντεύει την θάλασσα, όπως κι εκείνη πριν από λίγο. Για 'κείνον όλο αυτό ήταν συνηθισμένο. Για 'κείνον, όλα αυτά ήταν η ζωή του. Συνέχιζε να τον κοιτάει. Ο αυχένας της άρχισε να διαμαρτύρεται- είχε πολύ ώρα στραμμένο το κεφάλι της στον ουρανό- μα δεν την ένοιαζε. 

Κατάλαβε πως σιγά σιγά σκοτείνιαζε ολοένα κι περισσότερο το βλέμμα του. Οι σκέψεις του τον πλάκωναν, χτυπήματα στην καρδιά κι το μυαλό του, τον έκλειναν μέσα τους κι δεν τον άφηναν να βγει. Μόνο μια ήταν η διέξοδος.

Πλησίασε τις παλάμες του μπροστά στα μάτια του, πάνω που εκείνα είχαν αρχίσει να βουρκώνουν. Έπειτα, τις άφησε εκεί. Το κλάμα του ήταν σιωπηλό κι ήσυχο. Δεν κράτησε πολύ. Το βλέμμα της ακολούθησε τα χέρια του, τα οποία δεν έκρυβαν πλέον τα - λαμπερά τώρα - μάτια του. Τον είδε να τα τοποθετεί προσεκτικά πάνω στο σύννεφο, ώστε να απορροφήσει όλη την υγρασία τους. 

Μια λάμψη ακολούθησε, σαν αστραπή, προτού αρχίσουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες. Το επιφώνημα ενθουσιασμού που ξέφυγε από τα χείλη της τον έκανε να στραφεί προς εκείνη. Μα, πώς δεν την είχε δει πιο πριν; Έστρεψε την σκάλα προς το μπαλκόνι της, κι άρχισε να κατεβαίνει τα χρυσά σκαλιά. Εκείνη δεν κινήθηκε στιγμή, ακόμη μαγεμένη και συνάμα τρομαγμένη από το θέαμα που εκτυλίχθηκε μπροστά της. Την πλησίασε και της έτεινε το χέρι του " Χαίρω πολύ" η φωνή του ήταν ευγενική και βαθιά, τα μάτια του σκούρο καφέ και μελί μαζί, της θύμιζαν φθινόπωρο. Του έδωσε το χέρι της διστακτικά.

Εκείνος της χαμογέλασε ζεστά κι αποκρίθηκε "Ονομάζομαι Βροχοποιός. Εσύ;"


Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Οκτώβρης.

Την ξύπνησαν οι ηλιαχτίδες που διστακτικά έμπαιναν στο δωμάτιο από τα στόρια. Τα είχε ξεχάσει ανοιχτά φαίνεται το προηγούμενο βράδυ. Οκτώβρης. Παράξενος μήνας, ιδιαίτερος. Το προηγούμενο βράδυ την νανούρισαν οι βροντές. Το πρωί εκείνο την καλημέρισε ο ήλιος. 
Τον αγαπούσε τον Οκτώβρη. Της θύμιζε τον εαυτό της σε τεράστιο βαθμό. Έτσι κι εκείνη, ποτέ δεν καταστάλαζε κάπου. Ήταν ένα και πολλά άτομα μαζί. Ένα και πολλά μυαλά. Μια και πολλές καρδιές.
Σηκώθηκε και πλησίασε το περβάζι της. Ο τόπος μοσχοβολούσε : βρεγμένο χώμα. Αυτή την μυρωδιά δεν θα την άλλαζε με τίποτε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς της προκαλούσε, μα γιόμιζε ολάκερη με ένα γλυκόπικρο συναίσθημα. Καλοκαίρι και χειμώνας ήταν κλεισμένα στο στέρνο της και μάχονταν αδιάκοπα. Πότε κέρδιζε το ένα και πότε το άλλο. Άνοιξη και φθινόπωρο δεν υπήρχαν εκεί. Πάντα της άρεσαν τα άκρα. Κρύο ή ζέστη : ποτέ τίποτε χλιαρό. Ή να καίγεσαι ή να παγώνεις. Τίποτε ενδιάμεσο. Ή άσπρο ή μαύρο. Γιατί να συμβιβαστεί με το γκρί;
Οκτώβρης.
Κάτι είχε αυτός ο μήνας. Ξεχασμένες εικόνες, ξεθωριασμένα πρόσωπα πέρασαν από το μυαλό της σαν ταινία. Έμειναν βουβά, και την κοιτούσαν κατάματα για λίγο. Έπειτα γυρνούσαν κι έφευγαν από το πλάνο, λες και ήξεραν πως δεν υπήρχε λόγος να βρίσκονται εκεί. Λες και γύρευαν άλλους λογισμούς να τους φιλοξενήσουν. 
Οκτώβρης.
Είχε κάτι από αναμονή μέσα του. Κάτι από προσμονή. Κάτι από ενδεχόμενο. Σαν να απαντούσε στα πάντα "ίσως" με τον δικό του τρόπο. Κι εκείνη έμενε εκεί, στο περβάζι να κοιτάει την θάλασσα, όπως κάθε Οκτώβρη. Αγριεμένη, μα όχι μανιασμένη. Ούτε σιωπηλή, μα ούτε και θορυβώδης. Μοναδική. 
Οκτώβρης.
Μπήκε μέσα και έπιασε το στυλό της. Ήθελε να γράψει, το ένιωθε. Κάθε φορά το ένιωθε. Σαν ανάγκη να βγάλει από μέσα της κάποιο βάρος. Σαν υποχρέωση προς τις σκέψεις της, να τις βοηθήσει να κυλήσουν στο χαρτί, να τους δώσει υπόσταση. Ήθελε να χωρέσει λίγο από τον μήνα αυτό σε λέξεις.
Οκτώβρης.
Άφησε τις σκέψεις της να φύγουν. Ταξιδιάρικα πουλιά, που δεν αρέσκονται στο ίδιο μέρος για πολύ. Δεν μπορούν την μονοτονία και το σίγουρο. Μονίμως ερωτευμένα με το ρίσκο και την δυνατότητα. Συνοδοιπόροι του ονείρου. Πετάνε και σχηματίζουν λέξεις στον ουρανό. Τα βλέπει καθώς απομακρύνονται. "ΘΕΛΩ" προλαβαίνει να διαβάσει προτού αλλάξουν σχηματισμό. 
Φόρεσε την μαύρη πλεκτή ζακέτα και κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά. 
Πήγε να τα συναντήσει.

Άλλωστε είναι Οκτώβρης.

 

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

τ' αδράχτι

Ένα κενό
στο μυαλό και στην ψυχή σου.
Φοβάσαι το τίποτα
κι αρνείσαι να καείς.
Παραμένεις αιώνια προσκολλημένος
σε κείνο το "κάτι",
το συμβατικό, το μόνιμο,
το εφυσηχαστικό.
Μα, αν αφουγραστείς,
θ' ακούσεις τα "θέλω" σου
που ουρλιάζουν κι οδύρονται
στα μείχια
της νωθρής σου συνήθειας.

Πάρε τον αναπτήρα, άτολμε,
κι αυτοπυρπολίσου.
Γίνε όλος μια φωτεινή καυτερή μάζα,
κι άσε την θερμότητα που εκπέμπεις
να σε κατακλύσει.
Κι όταν μείνουν μονάχα
γκρί στάχτες και βαρύς καπνός,
τότε, να ξέρεις,
είναι που αρχίζουν όλα.
Πρόσεξε. Μη φοβηθείς.

Ξέρω πως δεν ρίσκαρες ποτέ.
Μονάχα "ναι" ξεστόμιζες,
κι αυτό, επίφοβα. διστακτικά,
μην τυχόν δεν ήταν συμβατό
με το "όχι" των Άλλων.

Έτσι έμαθες, δεν σ'αδικώ.
Να γίνεσαι σκιά και φερέφωνο.
Να κλείνεις τα αυτιά σου,
ν' ασφαλίζεις τα μάτια σου.

Τώρα, τα ρετρό δισκάκια τα σιχαίνεσαι.
Σου θυμίζουν, λες, το παρελθόν.
Τον ονειροκρίτη, πια, τον απεχθάνεσαι.
Σου καθορίζει, λες, το μέλλον.
Κι λατρεύεις την καρέκλα την μεταλλική,
γιατί, αλυσοδεμένος πάνω της,
αδράχνεις, τάχα, το παρόν.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Αλμύρα

Για άλλη μια φορά πήγε στην θάλασσα.

Τούτη την εποχή, δεν την μπορούσε άλλο.
Της έμπηγε στο στέρνο ένα σουγιά η καθημερινότητα.
Η συνήθεια την κρατούσε απ' το λαιμό.
Κοίταξε γύρω της - χάος.
Η ανάσα της τώρα έβγαινε κοφτή• κομματιασμένη.
Γύρευε μια σανίδα σωτηρίας, οτιδήποτε.
Ούρλιαζε.
Ούρλιαζε για πολλή ώρα,
κι έπειτα,
σταμάτησε.
Άξαφνα, απρόσμενα, απρόοπτα.
Αφουγκράστηκε με προσοχή.
Μια απάντηση, μια φιγούρα, κάτι.
Οτιδήποτε.
Οποιοσδήποτε.
Πέρασε η ώρα, μα τίποτε δεν άλλαξε.
Σιγή.
Έλλειψη.
Αλλοτρίωση.

Μονάχα εκεί μπορούσε να ηρεμήσει.
Στην θάλασσα - μονάχα.
Βάδισε με γυμνά πέλματα πάνω στην βρεγμένη άμμο.
Η ψυχρά την διαπέρασε ολόκληρη.
Το κρύο έγινε φωτιά.
Καιγόταν.

Κράτησε την αναπνοή της
κι άκουγε τα κύματα.
Έπειτα, την συγχρόνισε.
Η ανάσα της - ο παφλασμός τους.

Τότε, έστρεψε το βλέμμα της σε 'κείνη.
Σκοτεινή και μαγική, 
όπως πάντα.
Μια σκούρα άβυσσος,
ντυμένη με το πέπλο,
τ'απείρου.

Μόνο μυστήριο.
Μόνο αινίγματα.

Κι όμως.
Κάπου στα τόσα ερωτηματικά, 
εκείνη βρήκε τις απαντήσεις της.

Κι όμως.
Παρά την τόση παγωνιά,
μεταμορφώθηκε σε φλόγα.

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Σκηνικά και παρασκήνια

"Ο,τι και να σου πω, δεν πρόκειται να με καταλάβεις. Είμαι απόλυτα σίγουρη για αυτό." 
Η φωνή της ακούστηκε δυνατή, σπάζοντας την σιωπή της νύχτας.
"Δεν περάζει όμως, εγώ θα προσπαθήσω. Ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει κάτι για να χαθεί. Φέρε μου λίγο πρώτα το τσιγάρο σου, θέλω μια τζούρα. Τι, μόνο εσύ θα κάνεις;" Το γέλιο της ήταν καθαρό, κρυστάλλινο. 
"Λοιπόν, από πού θες να ξεκινήσω; Τι εννοείς απ την αρχή; Δεν γίνεται αυτό. Είναι τόσο πολλά, που θα μας βρει εδώ το πρωί. Όχι, δεν έχω πρόβλημα, κοιτά μόνο να φτάσουν τα τσιγάρα. Καφέ να φτιάξω; Έχεις δίκιο. Καλύτερα το ποτό. Κολλάει περισσότερο." Τοποθέτησε την καρέκλα της πλάι στην δική του,το άρωμά της τον γέμισε ολόκληρο. Πώς έφτασαν εδώ;
Πώς, πότε και γιατί;
[...]
"Αυτά που λες. Ελπίζω τώρα να κατάλαβες. Όχι ; Δεν πειράζει. Μου φτάνει που ξέρεις. Στο είπα οτι θα βλέπαμε την αυγή. Καλημέρα λοιπόν, αφού πέρασε η καληνύχτα. Ωχ. Όχι, δεν έγινε κάτι, ηρέμησε. Ή, μάλλον, μην ηρεμήσεις. Βασικά κάνε ο,τι θες. Μην ακούς εμένα. Ναι, απ την νύστα δεν ξέρω τι λέω. Ή απλά εσύ δεν θέλεις να ακούσεις- δεν θέλεις να καταλάβεις. Άλλαξε αυτό το τραγούδι. Τι εννοείς γιατί; Γιατί έτσι. Το έχω συνδέσει με μέρη, στιγμές και καταστάσεις. Το περίμενα οτι θα το ξέρεις. Δεν αμφισβητώ- είναι όντως ωραίο. Απλά δεν το θέλω πια. Μην με κοιτάς έτσι. Δεν στο επιτρέπω. Εννόω με λαχτάρα και προσμονή• δεν θέλω. Φτάνει τόσο, αρκετά. Ας σηκωθούμε τώρα κι ας γυρίσουμε πίσω. Ναι, το εννοώ. Πότε θα μάθεις επιτέλους να διαβάζεις τα μάτια μου; Άσε, δεν υπάρχει λόγος." Οι κινήσεις και οι λέξεις της  τώρα ήταν απαλές, γλυκιές.

"Περίμενε λίγο, πριν φύγεις. Ξέχασες να πετάξεις το περιεχόμενο απ το τασάκι."

Την κοίταξε με απορία, κι έπειτα απάντησε με βαθιά φωνή.

"Απλές στάχτες είναι. Σιγά το πράγμα." 


Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Περί αληθείας και ψεύδους.

Έλα να μιλήσουμε για αλήθεια.
Καθαρή, αυτούσια, απόλυτη.
Διαφορετική από την δική σου, 
που κείτεται συγκαλυμένη
στους άβατους βάλτους της νωθρής σου σκέψης.

Έλα αγκαλιά με προφάσεις και δικαιολογίες,
σαν πρόσχημα της μιασμένης σου συνείδησης.
Παρέα με χιλιοπροβαρισμένους μονολόγους,
που διόρθωνες ξανά και ξανά,
καθώς στεκόσουν ακίνητος 
με το βλέμμα στηλωμένο 
στον σπασμένο σου καθρέπτη.
Το είδωλο που αντικατοπτρίζεται, όμως,
μην το εμπιστεύεσαι.

Είναι κίβδηλο.
Στέκεται εκεί και χαμογελάει δόλια,
με σκοτεινά και φλεγόμενα μάτια.
Σαν περίφανος παραχαράκτης
ευφραίνεται να γεμίζει τις μπαλωμένες ξένες τσέπες
με νομίσματα ανευ αξίας.
Άραγε ποιά κατηγορία δύναται κανείς να του προσάψει;
Ποιό επίθετο αρμόζει να τοποθετήσουμε πλάι στα αρχικά του;
Τί είναι, τέλος πάντων,αυτό που τον ξεχωρίζει;
Το σήμα κατατεθέν του;

Δόλιος, ή δειλός;




   
                             




Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Νύχτες καλοκαιρινές

Πήρε μια βαθιά τζούρα και κοίταξε τα αστέρια.
Η νύχτα ήταν δροσερή, με λίγο αεράκι.
Ακόμα μύριζε αλάτι από την θάλασσα.
Ακόμα ένιωθε καυτό το δέρμα από τον μεσημεριανό ήλιο.
Χαλάρωσε το σώμα της και γέμισε τα πνευμόνια της με γεύση βερίκοκο.
Ή μήπως ήταν ροδάκινο;
"Ο,τι και να 'ναι.." ο μονόλογος της βγήκε έξω με ένα ψίθυρο.

"Καλά, μιλάς μόνη σου;" την πλησίασε χαμογελαστός κι κάθησε στην διπλανή της καρέκλα.
"Μπορείς να το πεις κι έτσι" απάντησε αργά.
Κι άλλη τζούρα.
"Είναι πολύ όμορφη νύχτα. Και έχει όμορφο ουρανό, δες πόσο καθαρά μπορούμε να διακρίνουμε τα αστέρια." 
Εκείνος δεν της απάντησε.
Άκουγε την ανάσα του σταθερή και ηχηρή.
Ένιωθε τα μάτια του πάνω της, να την κοιτάνε εξεταστικά.
Εκείνη κράταγε το βλέμμα της ψηλά, κατευθείαν στον βραδινό ουρανό.
Απέφευγε τα μάτια του.
Δυνάμωσε την μουσική και ξεκίνησε να σιγοτραγουδάει.
"Δάκρυα που κυλησανε για σένα, γίνανε τραγούδια"
Σκόρπιες νότες και στίχοι ξεχύθηκαν παντού.
Κι εκείνη, συνέχιζε να σιγοτραγουδάει.
Μια έκλεινε τα μάτια της και μια τα άνοιγε.
Λες και φοβόταν να μείνει στις σκέψεις της. 
Λες και ήθελε να γυρίσει στο τώρα.

Δεν τον ενδιέφερε να καταλάβει τι νιώθει.
Αντιθέτως- ήθελε να διαβάσει τα αισθήματα του δίχως να την κοιτάξει.
Καλύτερα έτσι.
Μα εκείνη απέφευγε το βλέμμα του.
Δεν γύρισε στιγμή το κεφάλι της προς την μεριά του.
Κοιτούσε προς τα πάνω μόνο.
Τα αστέρια, μόνο. 
Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από κείνη.
Ο καπνός έβγαινε συνεχώς από το στόμα της.
Αργά, αισθησιακά.

Ήθελε να πλησιάσει περισσότερο.
Να αγγίξει τα χείλη της απαλά,
και να ρουφήξει μια τζούρα από κείνη.
Να γευτεί την γεύση ροδάκινο που πλανιόταν στον αέρα.
Ή μήπως ήταν βερίκοκο;

Οι πρώτες νότες από το επόμενο κομμάτι ξεπρόβαλαν κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της.
Τώρα ήταν εκείνος που τραγουδούσε χαμηλόφωνα, ασυναίσθητα.
"Ισως νιώθω πως κάπου υπάρχεις, κι ας είναι το κάπου μακρυά."

Εστρεψε κι εκείνος το βλέμμα στα αστέρια.
"Ισως η δική μου Ιθάκη να σου μοιάζει τελικά."









Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

(

Μέρες, μήνες, χρόνια.
Ωρες, λεπτά. 
Δευτερόλεπτα.
Σπασμένοι δείκτες ρολογιού.
Χάλασε πια· δεν κάνει τικ τακ.
Σαν κάτι να άλλαξε.
Σαν να αποφάσισε πώς δεν θέλει.
Δεν θέλει να προσπαθεί άλλο,
μόνο για την δική μας χαρά.
Μας.
Δεν γράφω ποτέ σε πρώτο πληθυντικό.
Κάτι σκόρπια πρώτα πρόσωπα ,
κάτι πεταμένα δεύτερα,
και κάτι ασάφειες πίσω από τρίτα.

Άντε να καταλάβεις μετά
τι θέλω να πω.

Καλοκαιρινή η νύχτα σήμερα.
Απνοια. 
Και εγώ κάτω από τον ουρανό 
μετράω τα άστρα.
Που θα πάει, 
κάποια στιγμή δεν θα χάσω το μέτρημα.
Κάποια στιγμή θα μάθω τον αριθμό τους.
Κάποια στιγμή.


Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Σκόρπιες φράσεις.

Πέρασε ο καιρός κι όλα άλλαξαν - πώς αλλιώς; 
Αφού πάντα ο χρόνος επιφέρει αλλαγή.
Δεν μπορούσε να την φωνάζει πια με το όνομά της·
Χρησιμοποιούσε ψευδώνυμα, σκόρπια επίθετα,
χιλιογραμμένες ταμπέλες.
Δεν μπορούσε να αναφέρεται στο πρόσωπο της 
χρησιμοποιώντας τον ίδιο ήχο με εκείνον 
που κάθε φορά την φώναζε σιμά του. 
Αδύνατον. 
Αδιανόητο.
Έβαζε ένα άλφα - στερητικό - μπροστά στις λέξεις 
και τις έφερνε στα μέτρα του.
Τις ταύτιζε με εκείνη.
Κολλούσε και μια παραγωγική κατάληξη,
έτσι, για να υπάρχει λίγο ποικιλία.
Με γνώμονα την γραμματική,
με οδηγό την σύνταξη,
αποκρυπτογραφούσε συνεχώς λέξεις.
Ξανά και ξανά και ξανά. 
Ήλπιζε πως έτσι θα μπορούσε,
κάποια μέρα,
να λύσει και το δικό της μυστήριο.

Πέρασε ο καιρός μα κάποια πράγματα έμειναν τα ίδια,
- πώς αλλιώς ;
Μα, όσο κι αν προσπάθησε, 
δεν μπόρεσε να καταλάβει.
Όσο κι αν ξεσκέπαζε τις λέξεις, 
δεν τις κατανοούσε πλήρως.
Κι ακόμα αναρωτιέται 
πώς το 'πάντα' γίνεται 'ποτέ',
και πώς με ένα 'κάπα
κι ένα 'άλφα'
δύναται να γίνει 
'Κάποτε’.




Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Chapter 10

Πέρασε το κατώφλι του μαγαζιού με αργές κινήσεις, και όλες οι αναμνήσεις ξεχύθηκαν μονομιάς. Σαν διαρρήκτης κι εκείνος θέλησε να κλέψει μερικές στιγμές μαζί της, έστω και παρελθοντικές. 
Καθώς πλησίαζε το σημείο οπού είχαν καθίσει, η αναπνοή του γρηγόρευε. Σαν να τα ζούσε όλα ξανά. Εκείνη ήταν εκεί, μπροστά του και γελούσαν παρέα. Το χέρι της κράταγε το χέρι του. Τα μάτια της συναντούσαν τα δικά του. Το άρωμά της τον γέμιζε ολόκληρο.
Ο ήχος του κινητού του τον επανέφερε στην πραγματικότητα. 

- έλα ρε, ναι βόλτα είμαι. Θα έρθω πιο μετά. Μιλάμε. 

Εκλεισε τα βλέφαρά του και μεταφέρθηκε ξανά στο παρελθόν. Καθόταν στην καρέκλα και είχε το ένα πόδι της πάνω στο άλλο. Επαιζε με τα μαλλιά της και κοιτούσε τα αστέρια. " έλα να τα μετρήσουμε" την παρότρυνε.

Ανοιξε τα μάτια του. Η καρέκλα μπροστά του ήταν άδεια, ο χώρος όλος δίχως εκείνη έμοιαζε κενός, ανούσιος. Άγγιξε το σημείο που είχε τα δάχτυλα της σε μια προσπάθεια να την νιώσει. Ανατρίχιασε.

Μα τι έκανε τέλος πάντων ; Κι αν ερχόταν κι εκείνη εκεί, τι θα της έλεγε ; Κι αν τον κοιτούσε; Πώς θα έφευγε αν τα μάτια της ήταν στραμμένα πάνω του ; 







Δεν ήξερε ποιά ανάγκη την οδήγησε εκείνη την μέρα σ'αυτό το μαγαζί. Είχε να πάει από τότε που.. Και να που γύριζε πάλι. Ήθελε να θυμηθεί το πρόσωπό του, τον τρόπο που την παρατηρούσε οταν μιλούσαν. Ήθελε να ξαναζήσει εκείνη την μέρα που προσπάθησαν να μετρήσουν τα άστρα. Ήθελε.. Αραγε εκείνος σκεφτόταν παρομοιως ποτέ; Αμφέβαλε. 

Ανέβηκε το σκαλοπατάκι και πέρασε το κατώφλι. Ησυχία επικρατούσε, δεν είχε κόσμο. Ηδη οι αναμνήσεις την κατέκλυζαν, εικόνες περνούσαν αστραπιαία από τα μάτια του νου της, βαραινοντας την αναπνοή της. Πλησίασε το τραπεζάκι κι είδε κάποιον να βρίσκεται ήδη εκεί. Της είχε γυρισμένη πλάτη. Γνώριμος φαινόταν ομως, κάπου τον ήξερε.. Όχι. Δεν μπορεί. Από τώρα τον δημιούργησε η φαντασία της ; Εμείνε να τον κοιτάει σαστισμένη.

Ενιωσε, φαίνεται, το βλέμμα της και γύρισε να δει την πηγή του. 

Μύρισε, φαίνεται, το άρωμά του και έκανε ενα βήμα προς το μέρος του.

Κοιτάχτηκαν, και τα μάτια τους έσταζαν λαχτάρα.

Κοιτάχτηκαν, και απο τα ματια τους έβγαιναν  φωτιές.

Κοιταχτηκαν.





Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Little stories vol. 2

Τι λέξεις να πω για να με ακούσεις ;
Με ποιές πράξεις μου θα πεισθείς ;

Την κοιτούσε στα μάτια καθώς μιλούσαν. Υπήρχε ένταση στην φωνή του. Πώς αλλιώς ; Αφού ένιωθε πως κινδύνευε να την χάσει. Όχι, δεν γινόταν να συμβαίνει αυτό. Ήταν ένα κακό όνειρο, τίποτε παραπάνω , έτσι ; Σε λίγο θα χτυπούσε το ξυπνητήρι του. Σε λίγο θα έβγαιναν μαζί βόλτα, πλάι πλάι. Σε λίγο.. Περίμενε και θα δεις. Οι σκέψεις του, σκόρπιες και θολές, αρνούνταν πεισματικά να μπουν σε κάποια σειρά. 

Δεν γίνεται να άλλαξες τόσο. 
Δεν γίνεται να μην θέλεις πια την αγκαλιά μου.
Δεν γίνεται, πες μου οτι έχω δίκιο !

Δεν του απαντούσε. Μόνο τον κοίταζε κατευθείαν μέσα στα μάτια, διαλύοντας τον. Κρατούσε την καρδια του στην παλάμη της και την πίεζε συνεχώς. Κάθε λεπτό από την σιωπή της, μια ακόμη μαχαιριά. Αστραπιαία, επίπονη, βαθιά. Μια φωνή στο κεφάλι του τον πρόσταζε να φύγει, να μην την ξαναδεί. Κάτι σαν ένστικτο επιβίωσης, κάτι που προσπαθούσε να σώσει ο,τι κομμάτια του είχαν απομείνει, πριν ποδοπατηθούν κι αυτά. 

Πώς γίνεται να θέλεις να φύγω ;
Πώς ; Αφου βλέπω οτι πονάς όσο κι εγω, γιατί να το κάνεις αυτό;

Τώρα η φωνή του δεν ήταν σταθερή. Οι λέξεις ηχούσαν πονεμένες. Απογοητευμένες. Αλλιώτικες.

Γιατί φοβάμαι.

Ο ψίθυρός της ίσα που ακούστηκε. 

Τι φοβάσαι ; Πες μου !



Την μέρα που θα θελήσεις να φύγεις εσύ.









Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Σκηνή 4η

Την κοιτούσε αρκετή ώρα. Πώς αλλιώς; Είχε κάτι πάνω της που τον τραβούσε. Την παρομοίαζε με το ποτό και την νικοτίνη στο μυαλό του - δεν μπορούσε μακρυά της. Από τις κινήσεις της φαινόταν οτι δεν ένιωθε άνετα , πως κάτι την απασχολούσε. Γύριζε στο χέρι της το ποτήρι με την βότκα συνεχώς. Κάπου κάπου, το άφηνε στο τραπέζι και έπαιζε με τα μαλλιά της. Μετά, σήκωνε τα μανίκια της μπλούζας, πρώτα το δεξί και μετά το αριστερό. Επειτα, έπιανε πάλι το ποτήρι στο χέρι της, γυρνώντας το γύρω γύρω. 

Στο μυαλό του άρχισαν σιγά σιγά να σχηματίζονται γνώριμες εικόνες. Σκηνικά από ηλιοβασίλεμα και πανσέληνο γέμιζαν τις σκέψεις του. Χέρια που κρατώνται σφιχτά, αλμυρά φιλιά πλάι στο κύμα και καθησυχαστικοί ψίθυροι. Οι τόσες εικόνες τον παρέσυραν μέσα τους. Τώρα περπατούσε πλάι της και παρατηρούσε τον τρόπο που κινούνταν τα χείλη της όταν γελούσε. Τώρα άκουγε την φωνή της να σπάει την σιωπή σε χιλιάδες μικρά κομματάκια. Τώρα άγγιζε το μάγουλό της - ζεστό και κόκκινο λόγω του καύσωνα. Τώρα την κοίταζε αχόρταγα ,καθώς σήκωνε το κεφάλι της για να τον καληνυχτίσει. Τώρα θα τον κοίταζε κατευθείαν στα μάτια. Τώρα, όπου να ναι, σε λίγο.


Αναστέναξε και έβγαλε από το νου της τις εικόνες. Τότε ήταν σε ενα παγκάκι και το χάραζε με το κλειδί που κρατούσε. Τότε έτρεχε μήπως και κερδίσει λίγο παραπάνω χρόνο. Τότε του κράταγε το χέρι, μην φοβηθεί το σκοτάδι και την ψύχρα. Τότε, κάποτε, ποτέ.


Αφησε το ποτήρι και σήκωσε το βλέμμα της από το τραπέζι. 

Κοίταξε δεξιά, κοντά στην πόρτα, και τον είδε να την κοιτάει. Το ήξερε αυτό το βλέμμα. Της θύμιζε κάτι μακρινό.

Κάτι σαν ηλιοβασίλεμα και πανσέληνο.

Κάτι σαν κύμα και άμμο.

Κάτι..





Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Περί σκέψεων

Κενές λέξεις και σκόρπιες φράσεις. 
Ματιές που χάθηκαν σταδιακά,
κι σκιά απουσίας κάτω απο το ανοιξιάτικο φεγγάρι.
Όνειρα στοιβαγμένα στους κάδους απορριμάτων, 
πλάι σε κίβδηλες υποσχέσεις.
Και μετα προβάλλεις εσύ, 
σαν οφθαλμαπάτη.
Ο χρόνος επιφέρει αλλαγή.
Μένεις για λίγη ώρα εκει κι έπειτα χάνεσαι ξανά,
συνεχως, αδιάκοπα, ανελλιπώς.
Σαν όνειρο. 
Μόνο που έμαθα πια να ξεχωρίζω το φανταστικό.
Βλέπεις, εκεί, τα πράγματα είναι αλλιώτικα.
Βλέπεις εκεί βασιλευει το υποσυνείδητο.
Το ενδεχόμενο.
Το ποθητο.
Το "θέλω".




Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

episode 7

Η ταινία τέλειωσε κι εκείνος έμεινε σαστισμένος να κοιτάει την οθόνη.
Δεν κουνήθηκε καθώς τέλειωναν οι τίτλοι τέλους.
Δεν πήρε το βλέμμα του από εκεί.
Ώστε, έτσι συμβαίνει. 
Έτσι πρέπει να συμβεί.
Ορισμένες φορές πρέπει να αφήσεις κάποιες καταστάσεις στο παρελθόν.
Είναι σαν το γυαλί οι ανθρώπινες σχέσεις, λένε.
Άμα ραγίσουν, δύσκολα επανέρχονται στην αρχική τους μορφή.
Επομένως, έπρεπε κι ο ίδιος να προχωρήσει.
Σκέψεις κατέκλυζαν το μυαλό του.
Έκλεισε τον υπολογιστή και το δωμάτιο γέμισε σιωπή.
Οι τοίχοι σαν να στένεψαν.
Ολόκληρο το δωμάτιο σαν να μίκρυνε.

Έπρεπε να την ξεχάσει.
Να κόψει κάθε δεσμό μαζί της.
Μόνο έτσι θα προχωρούσε.

Διότι όσο εκείνη καθόριζε τους λογισμούς του,
πώς να συγκεντρωθεί στον ίδιο του τον εαυτό;

Όταν έκανε τα πάντα για να την έχει στο πλευρό του,
πώς να επικεντρωθεί στις δικές του ανάγκες;

Χρειαζόταν και ο ίδιος συναισθηματική κάλυψη, 
μα εκείνη δεν ήταν ποτέ εκεί.

Όχι, έπρεπε να την βγάλει από το μυαλό του.
Διότι ορισμένα άτομα είναι τοξικά, είναι βλαβερά.
Και αν συνεχίσεις να τα ακολουθείς, να προσπαθείς, να ελπίζεις,
ο μόνος που βγαίνει χαμένος στο τέλος είσαι εσύ.




-Καλύτερα να λείπεις, παρά να περισσεύεις, ψιθύρισε.




Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

ενθύμηση

Ήταν ήρεμος. 
Με μάτια σκοτεινά, μελαγχολικά.
Καθόταν στο παγκάκι μόνος, πίνοντας αργά τον καφέ του.
Κοιτούσε συχνά γύρω του. 
Δεξιά, αριστερά, τον ουρανό.
Περίεργη μέρα : η ζέστη αποπνικτική και ο ουρανός γκρίζος.
Κάποια στιγμή έβγαλε ένα μικρό βιβλίο από το σακίδιό του.
" Το υπόγειο - Ντοστογιέφσκι "
Ο τίτλος ξεχώριζε. Οι σελίδες ήταν κίτρινες, πολυδιαβασμένες.
Συνέχισε να πίνει τον καφέ του ενώ διάβαζε. 
Πάλι, μόνος του. Χωρίς συντροφιά.
Δεν μπορούσες να καταλάβεις από το πρόσωπό του τι ένιωθε.
Γενικά, υπάρχουν άτομα που μπορείς να καταλάβεις απευθείας.
Σαν ανοιχτό βιβλίο.
Υπάρχουν όμως κι άλλοι. Σαν κλειδωμένο κουτί.
Πρέπει να περάσεις πολύ χρόνο μαζί τους, να τους μελετήσεις.
Μόνο τότε θα μπορείς να υποστηρίξεις ότι τους ξέρεις.
Μόνο τότε.
Πάσχιζα να βρω ποιόν μου θύμιζε.
Αυτό που εξέπεμπε ήταν πολύ γνώριμο.

-Δεσποινίς τι θα πάρετε;
- εεε..

Το βλέμμα μου απευθείας στράφηκε πίσω στο παγκάκι.
Λες και περίμενα την γνώμη του.
Λες και περίμενα την συμβουλή του.
Ακόμη και σε ένα τόσο ασήμαντο ζήτημα.

Εκείνος όμως είχε φύγει.
Και το μόνο που είχε αφήσει ήταν το χάρτινο κουτάκι του καφέ.

Κι εγώ ακόμη προσπαθούσα να θυμηθώ.
Ποιόν μου θύμιζε.
Ποιόν. Ποίον. 




Ποιόν..; 











https://www.youtube.com/watch?v=r7rF2EZ0A_0